Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας» και ο «Σύλλογος Ανάδειξης-Προστασίας Ελλην. Ιστορίας & Παράδοσης» 
σας προσκαλούν
την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 6.00΄μμ
στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου (Βαρόσι)
στην εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου των Νικ. Βασιλειάδη-Δημ. Ευαγγελίδη:

«Από τον Σλαβομακεδονισμό στον σκοπιανό μακεδονισμό-
Η γενεαλογία μιας εθνολογικής λαθροχειρίας»

Θα μιλήσουν:
Ο Καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας 
του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Νικόλαος Βασιλειάδης
και ο συγγραφέας Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
Συντονιστής: Χρήστος Δημητριάδης - Δημοσιογράφος

Θα ακολουθήσει συζήτηση - Είσοδος ελεύθερη


Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Ένα διήγημα...



                                                      
ΤΟ   ΚΙΝΗΤΟ

Του Τρύφωνα Ούρδα

Πόσα χρόνια είχαμε να βρεθούμε με τον Γιώργο κι εγώ δεν ξέρω. Πάντως πολλά! Προχτές ξαφνικά με πήρε στο κινητό. Πηγαίνοντας μ’ έναν άλλο φίλο του σ’ ένα διπλανό Νομό, μου είπε πως θα περνούσε και από την πόλη μας για να με δει και να πιούμε μαζί έναν καφέ.
Ήρθε λοιπόν ο φίλος και καθίσαμε σε μια καφετερία. Ειλικρινά τρομάξαμε ν’ αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον!  Ο καιρός βλέπετε..!  Άλλωστε όταν γνωριστήκαμε ήμασταν παιδιά. Νέοι επίσης και όταν χωριστήκαμε και ο καθένας τράβηξε το δρόμο της ζωής του. Τώρα όμως, μετά από τόσα χρόνια τι να περιμένεις! Δυστυχώς γίναμε αγνώριστοι. Τέλος πάντων!
Και ενώ πριν καλά-καλά αρχίσουμε να μιλάμε, τι άλλο για… τη «σημερινή μας κατάσταση», χτύπησε το τηλέφωνό του.
-Έλα ρε, τον ακούω να λέει, πως είσαι, τι κάνεις. Είμαι στ…  και πάω για τ… Προς το παρόν με βρίσκεις να πίνω καφέ μ’ έναν φίλο μου από τα παλιά.
Μιλούσε ο Γιώργος κι εγώ τον άκουγα. Δεν ήξερα βέβαια με ποιον, ωστόσο όμως τον περίμενα να τελειώσει για να πούμε τα δικά μας. Και έλεγε ο φίλος και γελούσε, και άλλαζε σταυροπόδι, και ίσιωνε αμήχανα τις πέντε-έξι άσπρες τρίχες που έμειναν στη φαλάκρα του, και μετακινούσε τις θέσεις του φλιτζανιού με τον καφέ πάνω στο τραπέζι, και έξυνε τον λαιμό του, και εγώ έλεγα και ξανάλεγα από μέσα μου, τώρα θα τελειώσει, ύστερα θα τελειώσει, τώρα θα πει το «γεια», ύστερα θα το πει, ώσπου μετά από κανα-μισάωρο  και βάλε συνομιλίας, το είπε!
Έτσι πέταξε με θόρυβο το κινητό πάνω στο τραπέζι, δίπλα απ’ τους καφέδες, κοίταξε προς εμένα και μου είπε:
-Λοιπόν τι λέγαμε;
Προσπάθησα να θυμηθώ τι ακριβώς είχαμε αρχίσει να λέμε, όμως μου ήταν λίγο δύσκολο γιατί με το έκτακτο τηλεφώνημά του πέρασε αρκετή ώρα και το ξέχασα. Όταν μετά από πίεση της μνήμης μου το θυμήθηκα, χτύπησε πάλι το τηλέφωνό του.
Έλα ρε γυναίκα, τον ακούω πάλι να λέει…
Ύστερα, χαμηλώνοντας λίγο τη φωνή του για να μην ακούνε και οι άλλοι στο μαγαζί, έπιασε τηλεφωνική κουβέντα μαζί της. Τι να έκανα κι εγώ, από ευγένεια, για να μην μου πει πως κρυφακούω, τραβήχτηκα λίγο μακριά του και έκανα ότι βλέπω έξω από το κατάστημα, στην πλατεία, τον κόσμο που περνούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο βλέποντας τη μια έξω, την άλλη το φίλο μου πότε θα τελειώσει να μιλά για να κάνουμε μαζί διάλογο, είναι σίγουρο ότι πέρασε άλλο ένα μισάωρο. Τι έλεγε τόση ώρα με τη γυναίκα του, που την άφησε πιστεύω το πρωί στο σπίτι τους, δεν μπόρεσα να εξηγήσω. Τον δικαιολόγησα όμως λέγοντας στον εαυτό μου ότι οικογένεια είναι και κανένας δεν μπορεί να ξέρει τα «οικογενειακά» του άλλου!
Ώσπου τελείωσε και αυτή η συνδιάλεξη και ο Γιώργος από τα «παλιά», γύρισε πάλι σε μένα και χτυπώντας μου τον ώμο, με ρώτησε γελαστός τι κάνω, πως είμαι και τέτοια. Αλλά δεν πρόλαβα να του απαντήσω. Χτύπησε πάλι το τηλέφωνό του!
-Βρε, τον ακούω να λέει κοιτάζοντας την οθόνη του κινητού του, με θυμήθηκε η μάνα μου!
Μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη και φωνάζοντας αρκετά δυνατά, προφανώς επειδή δεν άκουγε η μάνα του, έσπασαν τ’ αυτιά μου να τον ακούω να λέει, πού βρίσκονται τώρα με τη γυναίκα του, τι κάνουν και πως περνάνε τα παιδιά τους, πώς πάνε με τις σπουδές τους και γιατί ο ίδιος δεν μπόρεσε να την επισκεφτεί τον τελευταίο μήνα. Εγώ περιμένοντας και τώρα υπομονετικά να τελειώσει, χαμήλωσα τα μάτια μου στο πάτωμα και έλεγα πάλι από μέσα μου. «Μάνα είναι αυτή και πολλά έχει να πει με τον γιο της»!
Σε κάποια στιγμή από συνήθεια, κοίταξα το ρολόι μου. Είδα ότι ήμασταν μαζί στην καφετερία πάνω από μιάμιση ώρα και δεν είχαμε ανταλλάξει κουβέντα. Άρχισα κάπως ν’ ανησυχώ, γιατί ο ίδιος ο φίλος μου είπε, πως δεν θα έμενε μαζί μου πάνω από μια ώρα, επειδή δεν τον έπαιρνε ο χρόνος εκεί που θα πήγαινε.
Τελικά με τις σκέψεις αυτές, τον ακούω σε κάποια στιγμή να λέει «γεια-γεια» στη μάνα του. Άντε λέω επιτέλους να μιλήσουμε και να απαντήσω στην ερώτησή του, «πώς είμαι» και «πώς πάω». Πάλι όμως δεν πρόφτασα, γατί νέο χτύπημα του κινητού του με σταμάτησε «κακήν κακώς».
-Άντε βρε παιδί μου, τον ακούω να λέει. Πού είσαι; Η μάνα σου έφαγε τον τόπο να σε ψάχνει. Χτες δεν επικοινώνησες καθόλου μαζί μας! Και ενώ έλεγε αυτά, έσκυψε προς εμένα και κλείνοντας με το χέρι του το μικρόφωνο του τηλεφώνου, μου είπε:
-Ο γιος μου είναι. Με παίρνει από την Κομοτηνή που σπουδάζει…
Έτσι, άντε πάλι από την αρχή έγινα ακροατής των τηλεφωνημάτων, του απ’ αρκετών χρόνων «πίσω» φίλου μου, ήτοι του φίλου μου που είχα να τον δω από τον «στρατό» που λέμε και τώρα που τον βρήκα και με βρήκε βεβαίως, η τηλεφωνία με την εξέλιξή της, δεν μας αφήνει να πούμε από κοντά, τι κάνουμε, ούτε πώς περνάμε, ούτε και να θυμηθούμε τα παλιά μας, ούτε να κοιτάξει ο ένας τον άλλον στα μάτια, ούτε να δακρύσουμε και να συγκινηθούμε για τον καιρό που πέρασε και μας πήρε μαζί του σε ανύποπτες και περίεργες εποχές, ούτε τέλος να πούμε δυο λόγια και να παρηγορηθούμε για κάποια από τα όνειρά μας που δεν έγιναν πραγματικότητα..! Τι να πει κανείς…
Με όλα τα παραπάνω που περνούσαν από το μυαλό μου σαν μελαγχολικές σελίδες αισθηματικού μυθιστορήματος, άρχισα να αισθάνομαι κάπως περίεργα. Θα έλεγα «τέρμα» παραπονεμένος. Ήθελα πολύ να μιλήσω με τον φίλο μου. Όμως αυτό το έβλεπα αδύνατον! Δεν ξέρω βέβαια αν και ο φίλος μου αισθανόταν το ίδιο με μένα. Πάντως, από τις κουβέντες του στο τηλέφωνο, τον τρόπο που με κοιτούσε, που κουνούσε τα χέρια του και άλλαζε θέση στην καρέκλα και την «εν γένει» εικόνα του απέναντί μου, δεν μου φάνηκε και πολύ πως κάναμε τις ίδιες σκέψεις!
Κάποτε λοιπόν, κουβέντα στη κουβέντα, σταμάτησε να μιλάει και με τον γιο του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άπλωσε το χέρι του για να πάρει και να πιει λίγο από τον καφέ που παραγγείλαμε. Τι καφέ δηλαδή, νεροζούμι σωστό, κρύο και μπαγιάτικο μετά από τόση ώρα που βγήκε από το μπρίκι και μας τον έφερε το γκαρσόν. Τράβηξε μια καλή ρουφηξιά και πριν προλάβω να του πω για εκείνο που με ρώτησε, δηλαδή για τη ζωή μου και τα υπόλοιπα και αντίστοιχα βεβαίως να τον ρωτήσω κι εγώ τα ίδια για κείνον, ξαναχτύπησε ο «δαίμονας» του τηλεφώνου! Σαν είδε ποιος τον καλούσε, σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα και μου είπε:
- Πω-πω με καλεί ο φίλος να πάω να τον βρω στο σημείο που μ’ άφησε και να φύγουμε!
Στα γρήγορα πέταξε το παλτό στην πλάτη του, μου έδωσε το χέρι, εγώ του έδωσα το δικό μου, τα σφίξαμε, μ’ αγκάλιασε και απομακρύνθηκε βιαστικά από κοντά μου λες και τον κυνηγούσαν. Πάνω σ’ αυτή του τη βιασύνη, εγώ ίσα που πρόλαβα να του πω ένα «γεια» πνιγμένο στο λαιμό μου. Επί πλέον φανερά στεναχωρημένος από την όλη κατάσταση, όπως «εν τέλει» αυτή διαμορφώθηκε, βγήκα έξω από το κατάστημα και του φώναξα από μακριά ενώ αυτός έφευγε, να με «πάρει στο τηλέφωνο» για να του απαντήσω στην ερώτησή, «πώς τέλος πάντων είμαι στην υγεία μου…», μια και αυτό δεν μπόρεσα να του το πω από κοντά, λόγω της «έρμης» της τεχνολογίας..!
Επέστρεψα στο μαγαζί και κάθισα εκεί μόνος μου προβληματισμένος. Που φτάσαμε τελικά σκέφτηκα! Και βέβαια που θα πάμε ακόμα!
Αυτή η «εξέλιξη» γενικά στη ζωή μας, αναρωτήθηκα, όπως και να την εννοεί ο καθένας από εμάς, μας φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά ή μας απομακρύνει;
Ο σημερινός μας «πολιτισμός», μας ενώνει ή μας χωρίζει;     
                                                               
ΤΡΥΦΩΝ  ΟΥΡΔΑΣ

10-1-2018       


Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Κοπή Βασιλόπιτας

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το ΔΣ του Πολιτιστικού Συλλόγου «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας» καλεί τα μέλη και τους φίλους στην κοπή της Βασιλόπιτας που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 5.30΄ μμ στο Κέντρο «Καταρράκτες».

Ο Πρόεδρος                        Η Γραμματέας

Τρύφων Ούρδας                Έλενα Μίντση 


Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Εκδηλώσεις Συλλόγου


Εκδήλωση για τα 70 χρόνια
από την μάχη της Έδεσσας

Πραγματοποιήθηκε χθες Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018 η εκδήλωση του Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" με αφορμή το βιβλίο του συμπολίτη μας Γιάννη Βέττα και την συμπλήρωση 70 χρόνων από την Μάχη της Έδεσσας στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με το καλωσόρισμα της συντονίστριας κας Ροζαλίας Γαβριηλίδου, η οποία έδωσε στην συνέχεια τον λόγο στον Πρόεδρο κο Τρύφωνα Ούρδα που αναφέρθηκε στον Σύλλογο, στον σκοπό της εκδήλωσης και στους ομιλητές.
Ακολούθως ο λόγος δόθηκε στον συγγραφέα του βιβλίου "Η μάχη της Έδεσσας" κο Γιάννη Βέττα, ο οποίος αναφέρθηκε με αρκετή συναισθηματική φόρτιση, στους λόγους που τον παρακίνησαν να ασχοληθεί με την συγγραφή του.
Ο λόγος στην συνέχεια δόθηκε στον ερευνητή, ιστοριοδίφη και συγγραφέα κο Σάκη Μουμτζή, ο οποίος εντυπωσίασε με το πλήθος των άγνωστων στο ευρύ κοινό στοιχείων και πληροφοριών γύρω από την οργάνωση και την δράση του λεγόμενου "Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας" (ΔΣΕ) που με στόχο την κατάληψη της εξουσίας προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές στην χώρα.
Εξ ίσου εντυπωσιακή ήταν και η ομιλία του Καθηγητή Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κου Νικολάου Βασιλειάδη, ο οποίος τόνισε την επί πολλά χρόνια προσπάθεια συγκάλυψης εκ μέρους του ΚΚΕ των πραγματικών γεγονότων της ταραγμένης δεκαετίας του '40 επισημαίνοντας το γεγονός ότι οι ευθύνες για το αιματοκύλισμα του τόπου βαραίνουν κυρίως τον Τίτο που επεδίωκε την προσάρτηση της Μακεδονίας, αλλά και τον τότε ΓΓ του ΚΚΕ για τις αποφάσεις τους.
Τέλος, ο συγγραφέας κος Δημ. Ευαγγελίδης αναφέρθηκε στα γεγονότα που συνέβησαν στο εσωτερικό του ΔΣΕ με την παρωδία της "στημένης" δίκης που οργάνωσε ο κύριος υπαίτιος της ήττας στην μάχη της Έδεσσας, Γούσιας (Γιώργης Βοντίτσιος), ο οποίος λόγω παλαιών διαφορών και για να αποφύγει την ευθύνη εναντίον του "ταξίαρχου" του ΔΣΕ και επικεφαλής της επίθεσης Γιώργου Γεωργιάδη. Το «ανταρτοδικείο» καταδίκασε τον Γεωργιάδη, με τις συνήθεις κατηγορίες περί «προδοσίας» και θα εκτελεστεί, κάπου στην περιοχή των Πρεσπών. Όπως μάλιστα αποκαλύφθηκε αργότερα, πυροβολήθηκε πισώπλατα από τους φρουρούς που είχαν αναλάβει τη μεταγωγή του στις φυλακές του ΔΣΕ στις Πρέσπες μετά την καταδίκη του.

Οι ομιλητές από αριστερά προς τα δεξιά:
Βέττας, Βασιλειάδης Μουμτζής, Ευαγγελίδης



Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Η μάχη της Έδεσσας 70 χρόνια



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος 
«Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»
σας προσκαλεί
την Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018 
και ώρα 11.30΄
στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου (Βαρόσι)
στην εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί
με αφορμή το βιβλίο του συμπολίτη μας Γιάννη Βέττα
και την συμπλήρωση 70 χρόνων από την Μάχη της Έδεσσας.
Θα μιλήσουν:
Ο συγγραφέας Γιάννης Βέττας, Δικηγόρος
«Γιατί έγραψα το βιβλίο»
Ο Καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας του ΠΑ.ΜΑΚ.
Νικόλαος Βασιλειάδης
«Η σημασία της μάχης της Έδεσσας»
Ο ιστορικός ερευνητής Σάκης Μουμτζής, Δικηγόρος
«Η οργάνωση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας»
Ο συγγραφέας Δημήτρης Ευαγγελίδης
«Οι επιπτώσεις της ήττας στον Δ.Σ.Ε.»


Το Δ.Σ.



Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

"Χριστουγεννιάτικες Καρδιές"


"Χριστουγεννιάτικες Καρδιές"
του Ιωάννη Μπαχά


Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στην οροφή της φαραωνικής έπαυλης που δέσποζε στο κέντρο του κτήματος. Το μέγαρο ήταν φωταγωγημένο. Το ιατρικό προσωπικό κατέβηκε και άρχισε να τρέχει για το εσωτερικό του κτηρίου μεταφέροντας με αγωνία το πολύτιμο τρόπαιο του.
          Οι εκατοντάδες ζάμπλουτοι  καλεσμένοι για το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της δυναστείας των Ροκφέλλερ έμεναν σιωπηλοί περιμένοντας μέσα στην τερατώδη πολυτέλεια της έπαυλης το ιατρικό ανακοινωθέν για την επισφαλή υγεία του επικεφαλής του Οίκου. Ο Τελετάρχης είχε εκπονήσει δύο πλήρη προγράμματα. Ένα για την ευτυχή έκβαση της μεταμόσχευσης και ένα για την απευκταία. Η ορχήστρα και οι διάσημοι τενόροι θα πλημμύριζαν τους αχανείς χώρους με εύθυμες ή θλιβερές μελωδίες αναλόγως. Οι σεφ μαγείρεψαν εκλεκτά εδέσματα για κάθε περίπτωση ενώ τα στίφη των δημοσιογράφων θα λάμβαναν το κατάλληλο δελτίο τύπου.

          Ήταν η έκτη καρδιά που αποσπούσε από θώρακα κοινού θνητού ο 99χρονος μεγιστάνας για να απολαύσει μια παράταση ζωής με τον ομολογημένο πόθο η επιστήμη να του προσφέρει την αθανασία κάποτε. Φέτος όμως τα Χριστούγεννα οι μεταμοσχευμένες καρδιές μέσα στα στήθη των ισχυρών της γης θα γίνονταν σπόρος και θα φύτρωναν τιτάνια επαναστατικά δένδρα αξερίζωτα.
          Τα μεσάνυχτα ο Βαρόνος εισέβαλε στην αίθουσα χορού ακολουθούμενος από τους έντρομους γιατρούς του. Μίλησε απνευστί:
          «Χαρίζω όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του Οίκου μας στους πολίτες της Αφρικής για να νικηθεί η πείνα, η κακουχία και οι αρρώστιες. Μετά τη γιορτή όλοι οι δικηγόροι μας θα σχεδιάσουν τον καλύτερο τρόπο για να διανεμηθεί ο κλεμμένος μας πλούτος χωρίς να κερδίσουν οι μεσάζοντες».
         Λαχάνιασε, κοκκίνησε και έσπευσε να καθίσει σε μια πολυθρόνα.
         «Θα ανοίξω όλα τα μέγαρα μας στους αστέγους. Θα μετατρέψω τα εργοστάσια όπλων σε τροφίμων, ρούχων και φαρμάκων. Κανένας δεν θα χάσει την εργασία του και όλων ο μισθός θα αυξηθεί.  Καλέστε όλους τους συμπολίτες μας  να γιορτάσουμε στην έπαυλη και κάντε τις ανάλογες ετοιμασίες και στις δικές σας».
         Εκατοντάδες τρομαγμένα βλέμματα απλώθηκαν σε όλες τις αίθουσες. Η «Επανάσταση των χαμένων καρδιών» άρχισε. Όσες ρίζωσαν σε άδικα στήθη, φούντωσαν, κόρωσαν και μεταμόρφωσαν όσους τις έλαβαν σε Ανθρώπους. Η έκτη καρδιά του Ροκφέλλερ διέλυσε την αυτοκρατορία προς όφελος των φτωχών, των παιδιών, των ανέργων, των αστέγων, των αρρώστων. Την ακολούθησαν και όλες όσες μπολιάστηκαν σε σώματα πλουσίων, πολιτικών και βασιλιάδων. Θα ακολουθούσαν και τα άλλα όργανα. «Άρχισαν τα όργανα».
          Ο Έλληνας Πρωθυπουργός έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο από τους πάγκους της πολυτελούς κουζίνας όπου, όπως και άλλοι πρόεδροι, πρωθυπουργοί και δικτάτορες περίμεναν υπομονετικά να τους καλέσουν στην αίθουσα. Ο υπερκινητικός Βαρόνος είχε εισβάλλει στην κουζίνα και τους ανακοίνωσε το σβήσιμο όλων των εθνικών χρεών των κρατών τους προς τον κολοσσό των Ρότσιλντ-Ροκφέλλερ και την κάλυψη των χρεών τους προς τρίτους (ποιους άραγε;) από τα ανυπολόγιστα αποθέματα των Δυναστειών τους. Άνθρωποι και κράτη θα έκαναν φέτος Χριστούγεννα.
        Η νέα του καρδιά πετάριζε ανήσυχα υπαγορεύοντας με φρενήρη ρυθμό ένα νέο παγκόσμιο συμβόλαιο ισότητας, αγάπης, φιλίας που αποτυπώνονταν σε νόμους , συνθήκες και Χάρτες σε όλο τον κόσμο και μαζί της τιτίβιζαν τις οδηγίες συντονισμένες οι μεταμοσχευμένες καρδιές στα στήθη των μεγιστάνων. Οι γιγάντιες πύλες της έπαυλης άνοιξαν και χιλιάδες άνθρωποι μπήκαν στους στολισμένους κήπους του Βαρόνου. Αγκαλιάζονταν, φιλιούνταν, έκαναν πρόποση με γλυκόπιοτα ποτά, γεύονταν σπάνια εδέσματα, θαύμαζαν εκθαμβωτικά έργα τέχνης στους διαδρόμους του μεγάρου.
       Όταν όλοι οι άνθρωποι γιόρτασαν μαζί σε όλο τον κόσμο τα Χριστούγεννα ο παφλασμός του αίματος στις βαλβίδες της μεταμοσχευμένης καρδιάς του Ροκφέλλερ έγινε ψίθυρος και η καρδιά του σίγησε σαν το χριστουγεννιάτικο στολίδι που μαζεύεται στο κουτί μέχρι την επόμενη γιορτή και ο Βαρόνος αναπαύτηκε χαμογελαστός.
           Φέτος ο Θεός «στόλισε» τα στήθη των ανθρώπων με χριστουγεννιάτικες καρδούλες και το δένδρο που αυτές πότισαν θέριεψε και έλαμψε πιο φωτεινό από ποτέ! 
Ιωάννης Έκτωρ Μπαχάς
Θήβα, 14 Δεκεμβρίου 2017
(Ποδαρικό στο νέο έτος με το κείμενο που αναδείχθηκε ως το καλύτερο στον Χριστουγεννιάτικο Διαγωνισμό Γραφής του blog μας)


Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Ένα επίκαιρο διήγημα



ΤΑ « ΦΩΤΑ»

Με το Ευαγγέλιο στο στήθος ο παπα - Σαράντης και στο ένα του χέρι να κρατάει  το Σταυρό και μαζί με τους δύο τους ψαλτάδες του, έβγαινε από την Εκκλησία την Ανάληψη για το ποτάμι. Πιο μπροστά πήγαιναν τα «Εξαπτέρυγα» και πίσω τους το εκκλησίασμα, οι χωριανοί μας. Όλοι βάδιζαν με προσοχή πάνω στον πάγο  και στο φρέσκο χιόνι που έπεσε τη νύχτα και σκέπασε τα σπίτια και τους δρόμους και έμεινε «στολίδι» πάνω στα κλαδιά των δένδρων, κρατώντας τα «χριστουγεννιάτικα!»
Όμως για δες σήμερα το πρωί! Η φύση άλλαξε και ο ήλιος έλαμψε στον ουρανό, κάνοντας και τη μέρα με το άσπρο χιόνι γύρω, ακόμα πιο φωτεινή, έτσι για να ταιριάζει με τη σημερινή γιορτή, τη μεγάλη Γιορτή των Φώτων.
Εδώ και πολλά χρόνια, σαν σήμερα στο χωριό, η κατάδυση του Σταυρού και ο Αγιασμός, γινόταν στην πλατεία, κάτω από την μεγάλη ξύλινη γέφυρα, εκεί που το νερό καθώς στριφογύριζε πάνω στ’ ανάχωμα, έτρωγε το βυθό του και γινόταν βαθύτερο. Εφέτος όμως η Επιτροπή με τον πρόεδρο της Κοινότητας, αποφάσισαν να πέσει ο Σταυρός στον «πάνω μαχαλά», πάλι σε μια απότομη στροφή του ποταμού, κοντά στα σπίτια του Μάρκου και του Νικόλα, όπου επίσης το νερό είχε αρκετά μεγάλο  βάθος αλλά και πλάτος,  ικανό  να χωρέσει όλους όσους θα αποφάσιζαν να πέσουν και  να τον πιάσουν.
Ήδη η πομπή, χωμένη μέσα στα μάλλινα ρούχα της με κόκκινες τις μύτες και τα μάγουλα, και τα χέρια να γίνονται  σαν «ξύλα» απ’ το κρύο, έφτανε στο καφενείο του γέρου του Νούση και έστριβε δεξιά στο δρομάκι που πήγαινε παράλληλα στο ποτάμι και σ’ έφερνε να περάσεις δίπλα από τις μεγάλες πόρτες του Νάνου.  Λίγα  μέτρα ακόμα και θα έφτανε στο σημείο. Εκεί πάνω από το φράγμα στο ποτάμι, βάλανε και ένα μικρό σιδερένιο τραπεζάκι, προκειμένου να διευκολυνθεί ο παπάς  στον Αγιασμό.
Σαν έφτασαν,  ο κόσμος αραδιάστηκε στη μια πλευρά και πίσω από τον παπά για να βλέπει κάτω στο ποτάμι.  Όλοι περίμεναν με μεγάλη υπομονή, πότε θ’ αρχίσει το Ευαγγέλιο και πότε το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…» για να πέσει ο Σταυρός. Και φυσικά ποιος ή ποιοι επίδοξοι, θα έκαναν  πρώτοι το μεγάλο άλμα μέσα στο ποτάμι, σπάζοντας τον πάγο για να τον πιάσουν! Ύστερα έτσι βρεγμένο, να τον σηκώσουν ψηλά, να τον φιλήσουν και περήφανοι για την επιτυχία τους να τον παραδώσουν πάλι πίσω στον Πατέρα, παίρνοντας την ευλογία του.
Αλλά να, άρχισε το Ευαγγέλιο και οι ψαλτάδες ακολουθούν με το «Κύριε ελέησον» και το «Αλληλούια». Οι ευλαβείς χωριανοί μας κάνουν τώρα το σταυρό τους και κοιτάνε, άλλοι  από κοντά και άλλοι από μακριά,  πότε ο ιερέας θα κάνει την κίνηση να «πετάξει» το ιερό Σύμβολο.
Και ενώ πλησιάζει να τελειώσει το Ευαγγέλιο και να γίνει η κατάδυση, όλοι διαπιστώνουν  με έκπληξη και πιο πολύ ο παπάς, ότι δεν υπάρχουν μέσα στο νερό άτομα να τον πιάσουν! Οι περισσότεροι από τους νέους που μαζεύτηκαν δίπλα  στο ποτάμι, στέκονται εκεί, καθηλωμένοι σ’ ένα σημείο και μουδιασμένοι. Τρίβουν τα χέρια τους για να ζεσταθούν  και αστειεύονται, περιμένοντας ο ένας τον άλλον να κάνει την αρχή. Έτσι λοιπόν από το μυαλό του κόσμου περνάει η σκέψη, πως εφέτος μάλλον ο Σταυρός θα χρειαστεί κορδέλα για να τον τραβήξει επάνω ο ιερέας και να τον «πιάσει» τελικά ο ίδιος. Ώσπου..!
Από την παρέα των νέων ο Χρήστος, που μένει εκεί κοντά, και που όλη την ώρα είχε τα χέρια του στις τσέπες του καινούργιου του παλτό και όλο μιλούσε για τα λουστρίνια τα παπούτσια του, ξαφνικά βρέθηκε να πέφτει σαν άγαλμα στο νερό, βγάζοντας ένα επιφώνημα δυσαρέσκειας! Τον είχε σπρώξει να πέσει μέσα χωρίς αυτός να το θέλει, ο ξάδερφός του ο Τρύφωνας, μια και δεν τον έβλεπε από μόνο του και πολύ ορεξάτο να    κολυμπήσει.
Όμως σχεδόν ταυτόχρονα, βρέθηκε και ο ίδιος ο Τρύφωνας να είναι στο ποτάμι και να έχει γίνει μούσκεμα από την κορυφή έως τα νύχια! Και αυτόν τον είχε σπρώξει ο φίλος του ο Μάρκος, που είχε το σπίτι του εδώ, απέναντι από το ποτάμι. Τώρα οι δυο φουκαριάρηδες, θέλανε δε θέλανε, θα έπαιρναν το κρύο μπανάκι τους!
Α! φώναζε και ξαναφώναζε ο κόσμος γύρω και χειροκροτούσε, βλέποντας τα δυο θαρραλέα ξαδέρφια, να φέρνουν βόλτες στο ποτάμι που άφριζε καθώς πηδούσανε μέσα και χτυπούσαν το νερό με τα χέρια και σπάζανε τους πάγους στις όχθες του για να ζεσταθούν.
 Η μοίρα όμως θέλει και άλλους στο ποτάμι! Δυο φίλοι από το χωριό, ο Λευτέρης και ο Γιώργος, πήραν τη θέση τους εδώ, ανεβασμένοι πάνω στα κλαδιά μιας μουριάς, που χρόνια τώρα φύτρωνε δίπλα στο ρέμα και τάιζε με τα μούρα της, όσους περνούσανε από κάτω. Στολισμένοι και οι δυο, περιποιημένοι και καθαροί, ήθελαν να κάνουν «χάζι» όλους όσους θα έπεφταν στο ποτάμι. Έτσι προς το παρόν από εκεί πάνω, ρέμβαζαν και γελούσαν με το πάθημα των δύο ξαδέρφων, που «κατ’ ανάγκην» βρέθηκαν  να κολυμπάνε. Πάνω στο χάζι τους όμως, δεν πρόσεξαν ποιοι ήταν κάτω από το δένδρο!
Δυο συγχωριανοί  τους λοιπόν, ο Δημοσθένης και ο Πέτρος, που τους έβλεπαν να κρέμονται εκεί πάνω σαν νυχτερίδες, σκέφτηκαν να  κάνουν και  σ’ αυτούς ένα αστείο και να τους κατεβάσουν από το δένδρο «κακήν κακώς», ρίχνοντας τους στο ποτάμι. Ήταν μια ευκαιρία να πάρουν και αυτοί μέρος στο «πιάσιμο» του Σταυρού!
Έτσι, με μια συντονισμένη, γρήγορη κίνηση που έκαναν, εντελώς ανύποπτα για τους «κρεμασμένους», κούνησαν με δύναμη τα κλαδιά του δένδρου που τους κρατούσαν επάνω τους και κυριολεκτικά τους «γκρέμισαν» από ψηλά μέσα στο νερό.
Αλλά και οι «πέφτοντες» όμως, καταλαβαίνοντας το σκοπό των συγχωριανών τους, δεν τους άφησαν να χαρούν την επιτυχία τους! Την τελευταία στιγμή πριν να προσγειωθούν, πρόλαβαν και τους άρπαξαν από τα σακάκια  και τους τράβηξαν μαζί τους, εκεί που τέλος πάντων κατέληξαν και οι ίδιοι!
Κατ’ αυτόν τον τρόπο μέσα σε διάστημα ολίγων λεπτών και πριν ακόμα να τελειώσει μια φορά το «εν Ιορδάνη…», βρέθηκαν να είναι στο ποτάμι αρκετά άτομα, όλοι νέοι, παλικάρια του χωριού, τα οποία χωρίς να το καταλάβουν, βούτηξαν κατά το έθιμο στο νερό και έγιναν ήρωες μέσα στην παγωνιά. Για τη λεβεντιά τους αυτή, τώρα εισπράττουν νέα θερμά χειροκροτήματα του κόσμου!
Τη δόξα όμως αυτή, ζηλεύουν και άλλα  παιδιά. Όλοι θέλουν να πιάσουν το Σταυρό και να ακουστεί το όνομά τους στο χωριό. Ύστερα είναι και νέοι. Και σαν τέτοιοι, σίγουρα θα χτυπάει η καρδιά τους για κάποια ομορφούλα! Επομένως όποιος τον πιάσει, ήρωας, όλο και «κάτι» περισσότερο θα αποκομίσει από αυτή το βράδυ στη «βόλτα», που γίνεται στην πλατεία. Ας πούμε ένα πιο  ζεστό, πιο γλυκό, πιο τρυφερό χαμόγελο!
Έτσι λοιπόν, τώρα με τη θέλησή τους, πέφτουν για να «δοξαστούν» και άλλοι. Αυτή τη φορά από τη γειτονιά των προσφύγων. Είναι τα φιλαράκια, ο Χρυσός, ο Νίκος και ο Χαρίλαος. Πολύ καλά παιδιά και με ευγενική ψυχή. Καθώς περπατάνε μέσα στο ποτάμι, από τα ρηχά προς τα βαθιά, ρίχνουν νερό ο ένας στον άλλον για να συνηθίσουν το κρύο. Τελικά φτάνουν στο «μπουέτι» μαζί με τους άλλους, που έπεσαν πρώτοι και αστειεύονται μαζί τους. Εδώ το νερό φτάνει τους περισσότερους μέχρι τον ώμο τους. Δεν φοβούνται όμως, ούτε το βάθος, ούτε και τον πάγο.
Εν τω μεταξύ ο παπα-Σαράντης με ένα χαμόγελο κρυμμένο μέσα στην κάτασπρη γενειάδα του, κόντευε να τελειώσει για τρίτη φορά το  «εν Ιορδάνη…» και όλοι όσοι ήταν μέσα  στο νερό, ακίνητοι, τον κοίταζαν στα μάτια. Ήθελαν να μαντέψουν σε ποιο σημείο θα ρίξει τον Σταυρό για να πάνε πρώτοι να τον πάρουν!
Στο τέλος, μετά από κάποια ολοφάνερη αγωνία στα πρόσωπά τους, τον βλέπουν να τινάζει το χέρι του προς στα δεξιά του ποταμού, ωστόσο όμως πολύ γρήγορα να το φέρνει στα αριστερά και από το χέρι του να φεύγει «κάτι» και να βυθίζεται πίσω τους με εκείνον τον χαρακτηριστικό θόρυβο.
Σχεδόν αστραπιαία, όλοι τρέχουν προς τα εκεί, θα έλεγε κανείς «απωθώντας» ο ένας τον άλλον για να βρούνε το πολυπόθητο Ιερό Σύμβολο. Στα χαμένα όμως!  Ο αγαθός γέροντας, βλέποντας αυτή την αγωνία και την ένταση στα πρόσωπα των παιδιών για να πιάσουν τον Σταυρό και το σεβασμό τους προς την Άγια αυτή Ημέρα, που αγιάζονται και φωτίζονται τα πάντα, θέλησε να δοκιμάσει την πίστη τους και επί πλέον ο ίδιος να διαπιστώσει, εάν όλοι τους, μπροστά στην Άγια αυτή Πράξη της Κατάδυσης, θεωρούν κατώτερης σημασίας την ταλαιπωρία τους μέσα στα παγωμένα νερά.
 Γι αυτό, αυτή την πρώτη φορά, δεν έφυγε από το χέρι του ο Σταυρός αλλά μια πέτρα, την οποία όμως όλοι προσέλαβαν για Εκείνον. Και πραγματικά! Αν και βούτηξαν όλοι με το κεφάλι τους στο βυθό και έγιναν ένα κουβάρι εκεί κάτω, όταν κατάλαβαν τι είχε συμβεί, κανένας δεν βαρυγκώμησε, ούτε δυσαρεστήθηκε. Αντίθετα μάλιστα! Θεώρησαν την πράξη του αυτή, σαν ένα καλοπροαίρετο αστείο, όμοια με εκείνα που κάνει ο παπάς όλο το χρόνο με την καλή του την καρδιά, για να διαπαιδαγωγεί το ποίμνιό του.
Τελικά ο ρασοφόρος, αφού βεβαιώθηκε για την πίστη των παιδιών στην Εκκλησία, ψάλλοντας ο ίδιος  το γνωστό Απολυτίκιο της ημέρας, έριξε τον Σταυρό στο ποτάμι. Και για να μην υπάρξει συνωστισμός στην ανάδυση, αλλά και για να μη χαθεί  στον βυθό, μια και δεν τον έδεσε με κορδέλα, φρόντισε να τον ρίξει κάπου στην άκρη και σε μέρος που να φαίνεται και το νερό δεν έτρεχε βαθύ.
Και έτρεξαν τότε όλοι προς τα εκεί! Με τα χέρια και τα πόδια σπρώχνει ο καθένας το νερό για να φτάσει γρηγορότερα. Ο κόσμος πάνω από το φράγμα, κοιτάζει «έκθαμβος» και με περιέργεια, ποιος μέσα από τα αφρισμένα κύματα θα σηκώσει πρώτος το «Ιερό» και θα το φιλήσει. Ύστερα, αφού θα το δώσει και στους άλλους να κάνουν το ίδιο, θα τρέξει με χαρά να το παραδώσει στον παπά, φιλώντας το Ευαγγέλιο και το χέρι του. Πάντα βέβαια με τα «μπράβο» και τις άλλες επευφημίες των συγχωριανών του. Όμως…
Όμως αυτό δεν γινόταν! Η ώρα περνούσε και ο τυχερός δεν φαινόταν να κρατάει με ικανοποίηση τον Σταυρό και να τον δείχνει στον κόσμο. Γι αυτό και μεταξύ των κολυμβητών υπάρχει προβληματισμός. Τι να έγινε άραγε ο Σταυρός! Όλοι τον είδαν να φεύγει από τα χέρια του ιερέα. Και τώρα λες και τον άρπαξε κάποιος και εξαφανίστηκε.
 Έτσι προς στιγμή, κάθονται όλοι ακίνητοι, μήπως και καθαρίσουν τα νερά και τον δούνε. Άδικος όμως κόπος! Ο Σταυρός δεν φαινόταν πουθενά, πράγμα που ανησύχησε και τον παπά με τους ψάλτες. Όσο για τον κόσμο… Φώναζαν αστειευόμενοι, οι κολυμβητές να βάλλουν τα γυαλιά τους!
Η αναζήτηση αυτή, κράτησε αρκετά  λεπτά της ώρας χωρίς βέβαια αποτέλεσμα. Μάλιστα για την ανεύρεση, έκαναν προσπάθειες να μπούνε και άλλοι στο ποτάμι, εκτός από αυτούς που ήταν μέσα και τον αναζητούσαν. Δεν χρειάστηκε όμως βοήθεια και το θαύμα έγινε!
Από μακριά, μέσα από το ποτάμι και από σημείο όπου αυτό έτρεχε πλατύτερο και το βάθος του δεν ξεπερνούσε τον αστράγαλο ενός ποδιού, ακούστηκε κάποια βραχνή φωνή να φωνάζει προς το συγκεντρωμένο πλήθος:
-Χωριανοί εδώ είναι ο Σταυρός, κοιτάξτε,  τον  έχω στο χέρι μου!
Στήλες άλατος έμειναν οι περισσότεροι και ιδιαίτερα οι κολυμβητές, στα λόγια  που άκουσαν. Και η έκπληξή τους έγινε μεγαλύτερη, όταν διαπίστωσαν ότι τα λόγια έβγαιναν από το στόμα ενός  γεροντάκου, που πραγματικά κρατούσε στο ένα του το χέρι το Άγιο Σύμβολο και   χαρούμενο το σήκωνε ψηλά, ενώ στο άλλο είχε το μπαστούνι του και προσπαθούσε να περάσει ένα ξύλινο γεφυράκι. Ωστόσο όμως επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει την ισορροπία του πάνω σ’ αυτό, όλοι το βλέπουν  να κατεβαίνει και να βαδίζει μέσα στο νερό.
Φυσικά όλοι γνώριζαν αυτόν τον άνθρωπο. Γνωστή φυσιογνωμία στο χωριό, από την καλή του την καρδιά και τη μεγάλη του αγάπη και πίστη στο Θεό. Ήταν αυτός ο χριστιανός, που πρώτος πήγαινε το πρωί στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής και στις άλλες Ακολουθίες και τελευταίος έφευγε, πάντα όρθιος να προσεύχεται πίσω από μια κολώνα του Ναού.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, το καλόκαρδο γεροντάκι που λέμε, ήταν ο μπάρμπα-Θανάσης.
Σήμερα, που πάλι από τα χαράματα ήταν στην Εκκλησία, δεν μπορούσε, λόγω των πολλών  χρόνων του στην πλάτη, να ακολουθήσει το πλήθος, που βάδιζε πολύ  γρήγορα στο ποτάμι για τον Αγιασμό. Ήθελε όμως να είναι εκεί, έστω και με καθυστέρηση. Έτσι πήρε το μπαστουνάκι του και σιγά-σιγά έφτασε μέχρις εδώ. Προτίμησε όμως να βρίσκεται, από την άλλη μεριά του ποταμιού που ήταν συγκεντρωμένο το πλήθος, για να βλέπει καλύτερα.
Κάποια στιγμή, περιμένοντας και αυτός να πιάσουν τον Σταυρό και θέλοντας να τον φιλήσει και ο ίδιος στα χέρια του παπά, αποφάσισε να περάσει απέναντι για να είναι πιο κοντά του. Όταν λοιπόν με δυσκολία ανέβηκε στη γέφυρα, πρόσεξε από κάτω της, ότι το νερό παρέσυρε κάποιο αντικείμενο που γυάλιζε. Κοίταξε καλύτερα και μέσα από τα μεγάλα γυαλιά του, διαπίστωσε ξαφνιασμένος, πως το νερό παρέσυρε έναν Σταυρό. Φυσικά κατάλαβε, ότι  ήταν ο Σταυρός που έριξαν σήμερα στο ποτάμι.
   Αυτό που έβλεπε γεροντάκι, το θεώρησε θαύμα! Ένα θαύμα που του χάρισε σήμερα ο Κύριος να το ζήσει! Κατέβηκε λοιπόν όσο γρήγορα μπορούσε από τη γέφυρα και άρπαξε με λαχτάρα τον Σταυρό μέσα από το νερό. Τον σήκωσε ψηλά και φώναξε για την καλή του αυτή τύχη στους άλλους και στον παπά, που όλοι τους πάσχιζαν να τον βρούνε στα βαθιά...
Έτσι γιορτάστηκαν τότε τα Θεοφάνεια. Τα Φώτα, όπως τα λέμε και σήμερα! Δεν είχε σημασία ποιος «έπιασε» τον Σταυρό. Μικρός στην ηλικία ή μεγάλος, πλούσιος ή φτωχός, «επώνυμος» ή ανώνυμος στην κοινωνία του χωριού. Μπροστά στο Θεό, όλοι είναι ίδιοι!
Πάντως, όλοι όσοι βρέθηκαν εκείνη τη φορά στο ποτάμι,  να κολυμπούν και να βλέπουν, χάρηκαν που με την Χάρη του Θεού, βρήκε τον Σταυρό ένας παππούς, χωριανός τους, που τον εκτιμούσαν. Γι αυτό και όλοι αυτοί που έσταζαν από πάνω τους τα νερά, ψάλλοντας οι ίδιοι το  «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…» και μέσα από τα χειροκροτήματα των συγχωριανών τους, τον πήραν στους ώμους τους και τον πήγαν στον παπά για να τον ευλογήσει.
Δεν ξέρω και αν λίγες ώρες αργότερα ο παππούς, συμμετείχε με τα παιδιά, στο «γύρισμα» της εικόνας του βαπτιζόμενου Χριστού, στα σπίτια των χωριανών, μ’ εκείνο το συμπαθέστατο γαιδουράκι, να το σέρνουν από πίσω τους, φορτωμένο σιτάρι και καλαμπόκι, όπως υπαγόρευε το έθιμο.
 Σίγουρο όμως είναι, ότι όλα αυτά τα παιδιά που έπεσαν στο ποτάμι, το βράδυ χόρευαν στο καφενείο του γέρο-Νούση, με το κλαρίνο του κυρ Τάσου και το νταούλι του κυρ Πέτρου, πάλι κατά το έθιμο!
Στη Δωροθέα την παλιά, όπως τη θυμάμαι πάντοτε, με εκείνα τα ανεξίτηλα χρώματα της ζωής της και των κατοίκων της..!
                                                                                              12-12-2017

                                                                                         ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Νέα βιβλία


Ο Αριστείδης Μπελλές, μια από τις σημαντικές επιχειρηματικές προσωπικότητες της χώρας ολοκλήρωσε το γράψιμο ενός εξαιρετικού έργου με μορφή μυθιστορήματος, όπου παρουσιάζεται η σύγχρονη ελληνική επιχειρηματική πραγματικότητα, με τους οραματιστές και δημιουργούς που αγωνίζονται για ένα καλλίτερο μέλλον αυτού του τόπου απέναντι σε μεγάλα συμφέροντα, ασήμαντα ανθρωπάκια-μαριονέτες, δολοπλόκους και "πονηρούς πολιτευτές". 
"Ο χρόνος του νερού" από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ θα σας συναρπάσει! 
Καλοτάξιδο φίλε Αριστείδη! Διαβάζοντάς το μου έφερες στην μνήμη τα ωραία και δημιουργικά χρόνια που πέρασα στην "μυροβόλο Χίο". Να είσαι καλά. 
ΔΕΕ


"ο Χρόνος του Νερού"

Ένας μύθος που υμνεί τη δημιουργικότητα και το καθήκον να ονειρευόμαστε.
Οι δύο ήρωές του αγωνίζονται να κατακτήσουν υψηλές κορυφές με την επιθυμία της καταξίωσης και της επιτυχίας στον επιχειρηματικό και στον κοινωνικό στίβο.
Ο Ιάσονας, πολύ φτωχός νέος, ονειρεύεται μέσα από τη δύναμη του υγρού στοιχείου να «πιάσει τ’ άστρα!».
Ο Αργύρης, με την αμύθητη περιουσία του, προσπαθεί να αποδείξει ότι διαθέτει ηγετικές ικανότητες και ιδιαίτερα προσόντα.
Η κοινή τους πορεία στον επιχειρηματικό στίβο, η ανελέητη σύγκρουσή τους, η άνοδος, η πτώση και η επιστροφή, ο ρόλος δύο σημαντικών γυναικών στην πολυκύμαντη διαδρομή τους και η εισβολή του πανίσχυρου οικονομικού παράγοντα στην άλωση των δημιουργημάτων τους πλέκουν μέσα από τους δρόμους της αγάπης και της προδοσίας μια πολυσύνθετη, διδακτική και πρωτότυπη ιστορία.



Ο Αριστείδης Μπελλές γεννήθηκε στη Χίο το 1953.

Σπούδασε Οικονομικά στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πειραιά. Ιδρυτής, μέτοχος και πρόεδρος του Ομίλου Επιχειρήσεων Νηρεύς ΑΕ Ιχθυοκαλλιέργειες. Είναι επίσης ιδρυτής, μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος σε μια σειρά επιχειρήσεων σε διάφορους κλάδους: ασφαλειών, real estate, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τροφίμων, ιχθυοτροφών κτλ.

Έχει διατελέσει πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών και πρόεδρος της Λέσχης Επιχειρηματικότητας.

Διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων (ΕΕΔΕ). Είναι μέλος του Γενικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ).

Είναι κάτοχος πολλών βραβείων, μεταξύ των οποίων: Αυτοδημιούργητου Επιχειρηματία, Εξωστρέφειας, Προσφοράς στον Κλάδο της Ιχθυοκαλλιέργειας, Καινοτόμων Προϊόντων, Συμβολής του στην Ανάπτυξη του Νομού Χίου, Συμβολής του στην Προώθηση του Αθλητισμού.

Έχει εκπονήσει σειρά μελετών γενικότερου οικονομικού ενδιαφέροντος, αλλά και μελέτες σκοπιμότητας και βιωσιμότητας επιχειρήσεων.

Υπήρξε εισηγητής σε πολλά σεμινάρια και συνέδρια διαφόρων οργανισμών, πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Ως πρόεδρος του Ομίλου Νηρεύς έχει αναπτύξει έντονη κοινωνική δράση.



Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Καλές Γιορτές!


Καλές Γιορτές!

Ευχόμαστε στα μέλη του Συλλόγου 
και στους απανταχού βιβλιόφιλους 
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !
Από το ΔΣ

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικο διήγημα



ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
[Το διήγημα γράφτηκε το 1972 ]

   Πήγαινα σχεδόν σαν να πετούσα. Δεν ήξερα πού!  Ακολουθούσα στα τυφλά έναν δρόμο, που μου έδειχνε η ψυχή μου. Την αισθανόμουν μέσα από τους κόλπους της καρδιάς μου, να μου μιλά και να με κατευθύνει, πάνω σε «μονοπάτια» ανώμαλα, με κορυφές βουνών με απόκρημνες ρεματιές και χαμηλές ραχούλες.
Και εγώ, άλλοτε ανέβαινα πολύ ψηλά, σαν να ήθελα να αγγίξω τα αστέρια του ουρανού και άλλοτε πάλι κατέβαινα στη γη και γλιστρούσα πάνω στο χιόνι. Ήταν στ’ αλήθεια πολύ ευχάριστο!  Ένοιωθα το σώμα μου ελαφρύ σαν πούπουλο, τα πόδια μου γρήγορα σαν τον αέρα, ενώ η καρδιά μου να βγαίνει από τα στήθια μου και να φεύγει μακριά και ύστερα να ξανάρχεται στον παράδοξο αποψινό περίπατο. Μια αόρατη δύναμη με τραβούσε και εγώ πήγαινα από πίσω της, χωρίς να σταματώ. Και δεν ήταν μονάχα αυτό! Από δίπλα μου, χωρίς να μπορούν να δουν τα μάτια μου, άκουα μια φωνή. Μια φωνή γλυκιά σαν να έβγαινε από το στόμα κάποιου αγγέλου, όπως εγώ τη φανταζόμουν!  
-Γρήγορα, πιο γρήγορα!
Πού πήγαινα άραγε; Γύρω μου χιόνι παντού, άσπρο, κάτασπρο κι αφράτο. Το χρώμα του φεγγοβολούσε μέσα στα σκοτεινά πέπλα της νύχτας και έδινε στη χειμωνιάτικη φύση μια εικόνα εντυπωσιακή. Ήταν μια νύκτα παράξενη απόψε και έκανε πολύ κρύο. Δεν το αισθανόμουν όμως καθόλου στο σώμα μου και πήγαινα συνέχεια χωρίς να κουράζομαι!
Δίπλα μου πάντοτε η αγγελική φωνή!
Κάποτε σε μια στροφή του δρόμου, η φωνή σταμάτησε. Μπροστά μου τώρα απλωνόταν μια κάτασπρη πεδιάδα και λίγο δεξιά διέκρινα, τα χιονισμένα κεραμίδια κάποιου χωριού. Λιγοστά ήταν τα φώτα στα παράθυρα, ο κόσμος φαίνεται κοιμόταν ακόμα βαθιά. Παντού γύρω ερημιά! Σιγαλιά! Όλα βουβά, σιωπηλά, υπνωτισμένα, τυλιγμένα στα γλυκά όνειρα, που προσφέρουν οι ζεστές αυτές ώρες της αποψινής νύκτας, κοντά στη μισοσβησμένη φωτιά του τζακιού.
Όμως, τι είναι εκείνο το φως, πέρα σ’ εκείνο το βουνό, που κατεβαίνει από κάποιο αστέρι του ουρανού; Η λάμψη του γύρω είναι μαγική και θεική. Στέλνει τις ολόχρυσες ακτίνες του στη γη, σαν να δείχνει κάτι το μεγάλο και το δυνατό, ένα πράγμα που πρέπει να δει και να μάθει όλος ο κόσμος. Ήμουνα μόνος και φοβήθηκα!
Ξαφνικά κάτι άστραψε και έλαμψε μπροστά μου! Αισθάνθηκα ένα πράγμα σαν τον ήλιο να πέφτει πάνω μου. Τα μάτια μου γέμισαν από χρώματα και ύστερα έγιναν μαύρα. Γέμισε παντού, μαύρο, κατάμαυρο σκοτάδι. Προσπάθησα να βασταχτώ στα πόδια μου, δεν τα κατάφερα όμως. Τα γόνατά μου χωρίς να θέλω λύγισαν και σωριάστηκα κάτω. Όλο το σώμα μου έτρεμε, ενώ τα αυτιά μου μέσα σε εκείνο το χαλασμό, ξεχώρισαν κάποια φωνή που μιλούσε:
-Μη φοβάσαι, μου έλεγαν τα λόγια! Απόψε χαίρεται-χαίρεται η φύσις όλη και αγάλλεται ο ουρανός στην ψυχή του, γιατί αυτό το βράδυ, σ’ εκείνη τη σπηλιά του βουνού, όπου φεγγοβολεί  το αστέρι, γεννιέται ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρας μας και Χριστός! Σήκω και πήγαινε και συ να δεις και να προσκυνήσεις το Νεογέννητο παιδί!
Άνοιξα τα μάτια μου για να δω ποιος μου μιλούσε. Δεν είδα όμως κανένα. Όποιος κι αν ήταν σαν από θαύμα είχε εξαφανιστεί. Με κόπο σηκώθηκα και ξανακοίταξα το αστέρι με το γλυκό του το φως. Και τότε, παράξενο στα αλήθεια! Αισθάνθηκα μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου, ότι άλλαξα, πώς έγινα άλλος. Η ψυχή μου γέμισε από θάρρος και ο φόβος έπαψε. Πήρα δύναμη και νέα ζωή στο σώμα μου, ηρεμία και ατέλειωτη γαλήνη στο μυαλό μου.
Όμως, εκείνος μου είπε κάτι για τον Χριστό μας, για τον Θεό μας. Αυτόν που όλοι μας περιμένουμε από καιρό να έρθει! Ω! Θεέ μου, απίστευτο, αλλά ναι…ναι…αυτό είναι,αυτό!
Εκεί κοντά Του πηγαίνω τώρα εγώ! Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ, μέσα από τα φύλλα της καρδιάς μου..!
Όσο πλησίαζα, η νύκτα γινόταν πιο αστραφτερή και εγώ τόσο περισσότερο  άκουγα στην ψυχή μου τον Θεό να με καλεί κοντά Του. Κοιτούσα με απορία γύρω μου. Όλα φαινόταν να φέγγουν με χρυσό φως, με φως που μοιάζει να βάζει φωτιά τον κόσμο και να φέγγει καλύτερα από την ημέρα!
Από μακριά, είδα να έρχονται και άλλα άτομα. Ήταν άνθρωποι βοσκοί. Αυτοί όλα τα βράδια, ξενυχτούν εδώ στους στάβλους προσέχοντας τα ζωντανά τους, με απαραίτητη συντροφιά το τσουχτερό κρύο της νύχτας. Έφταναν βιαστικοί με την «αγκλίτσα»  στα χέρια τους, κουκουλωμένοι μέσα στη χονδρή κάπα τους και με τα πρόσωπά τους γεμάτα από έκπληξη και απορία!
Εκεί συναντήθηκαν με άλλους βοσκούς και ζητούσαν από αυτούς να τους εξηγήσουν, τα παράδοξα αυτά γεγονότα της αποψινής νυχτιάτικης ώρας.
Και ενώ μιλούσαν αυτοί, σχίστηκαν με βοή, σαν το αγριεμένο κύμα της θάλασσας οι ουρανοί και άρχισαν να κατεβαίνουν από αυτούς, τάγματα άγγελοι ντυμένοι στα λευκά, με φτερά σαν να ήταν φτιαγμένα από καθαρό χρυσάφι και ασήμι. Τα πρόσωπά τους ήταν χαρούμενα και γελαστά και τα ωραία πλεχτά μαλλιά τους, γυάλιζαν στις θεικές ακτίνες του αστεριού και έμοιαζαν σαν το πύρινο στεφάνι του ήλιου. Είχαν περιτριγυρίσει τη σπηλιά και πετούσαν από πάνω της και δίπλα, ενώ το φλογοκόκκινο στόμα τους με μια «εξαίσια» φωνή, έλεγε ύμνους που δόξαζαν και ευχαριστούσαν το Μεγαλείο και τη Σοφία του Θεού:
«Η Παρθένος σήμερον Τον Υπερούσιον τίκτει…» και 
«Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη!» 
Πόσο όμορφη ήταν η φωνή τους! Πόσο μεγάλη τέχνη και αρμονία συνδύαζαν τα λόγια! Τους συνόδευαν και οι απλοικοί βοσκοί, που η καρδιά τους εκείνη τη στιγμή, πετούσε μαζί τους στον αέρα, κοντά στα υπέρλαμπρα και απρόσιτα Ύψη του Θεού και Πατέρα όλων μας.
Πέταξε τότε και μένα η καρδιά μου, αισθανόμενος πόσο μεγάλο ήταν για την ανθρωπότητα το αποψινό γεγονός! Πόσο μεγάλη ήταν η σημασία αυτής της γέννησης! Ένοιωσα τον Θεό, ίσως για πρώτη φορά τόσο κοντά μου, να μου μιλάει βαθειά μέσα στα σωθικά μου και να μου λέει, πως είμαι «άνθρωπος», μικρός  μπροστά του, πλασμένος από Αυτόν με το ίδιο το Άγιο  του το χέρι!
Και όταν μπήκαν οι βοσκοί, τους ακολούθησα και εγώ με αργά βήματα.
 Και όταν είδα!!! Ω! Χριστέ μου..! Που ήταν γραφτό Εσύ να γεννηθείς!
Εσύ, ένας βασιλεύς όλων των βασιλέων του κόσμου της γης, που τώρα κλείνει τα γόνατά του ταπεινά και σε προσκυνά ο Ουρανός με τα διαμάντια τα αστέρια του και η γη με όλη τη ζωή της!
Μέσα σε μια φάτνη από άχυρα, εκεί που τα ζώα έτρωγαν και κοιμόταν, βρισκόταν ξαπλωμένο το «Θείον βρέφος». Σπαργανωμένο πρόχειρα από τη μητέρα του, με μάτια που έβγαζαν σπίθες και πρόσωπο να λάμπει, της ζητούσε να το πάρει στην αγκαλιά της και να το ζεστάνει με τη φλόγα της αγάπης, που έχει μια μάνα για το παιδί της.
Και τότε το θαύμα! Τα βόδια που κοιτούσαν σιωπηλά δίπλα, λύθηκαν, αφού πρώτα έκοψαν τη χοντρή αλυσίδα τους και πλησίασαν το Νεογέννητο. Έσκυψαν απάνω του, άνοιξαν τα στόματα και τα ρουθούνια τους και άρχισαν να το λούζουν με τα ζεστά χνώτα, που έβγαιναν από τα θερμά σπλάχνα τους.
Και Εκείνο, όσο μικρό κι αν ήταν σαν «άνθρωπος», όταν κατάλαβε την καλοσύνη τους και τη μεγάλη τους καρδιά, σήκωσε τα αθώα και αγνά χεράκια του και τα ευλόγησε
Όλοι τότε που βρισκόταν στη σπηλιά γονάτισαν κάνοντας το σταυρό τους και το προσκύνησαν με ευλάβεια. Ήταν η πρώτη φορά, που όλοι τους προσκυνούσαν από κοντά, μπροστά στο φως των ματιών τους, Έναν Αληθινό Θεό, που απόψε γεννιέται σαν ένας άνθρωπος κοινός και ταπεινός.
Έσκυψα κι εγώ πάνω Του και το φίλησα στα δυο του τα χεράκια. Με κοίταξε με τα ωραία σπινθηριστά μάτια του και τα δυο κόκκινα χειλάκια του, μου χαμογέλασαν γλυκά!
 Ύστερα αποκοιμήθηκε βαθιά. Το πήρε ο ύπνος απαλά, στους όμορφους μενεξεδένιους κήπους του να το σεργιανίσει και να το ξεκουράσει στα ανθισμένα περιβόλια του. Το νανούριζε η ρυθμική φωνή των αγγέλων και των βοσκών, καθώς η νύκτα φαινόταν να φεύγει και να διαλύονται τα μαύρα πέπλα της, ενώ στη θέση της να κάθεται το φως μιας χαρούμενης Μέρας.
Της πολυπόθητης και αξέχαστης Μέρας των Χριστουγέννων!
16-12-2017                                                                                      ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ