Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ξενιτεμένοι Μακεδόνες Έλληνες (4)


Ξενιτεμένοι Μακεδόνες Έλληνες (4)


Όπως έχουμε ξαναγράψει, είναι γεγονός ότι οι ξενιτεμένοι πονάνε και στεναχωριούνται για τα προβλήματα της Πατρίδας πολύ περισσότερο από εμάς που ζούμε εδώ. 
Η Ασημίνα Παραδεισά από τα Βραστά Χαλκιδικής ζει και εργάζεται δεκαετίες τώρα στο Βούππερταλ της Γερμανίας. Ασχολείται όμως και με το γράψιμο και δραστηριοποιείται στα πολιτιστικά με κάθε ευκαιρία. Συμμετέχει ανελλιπώς στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συλλόγου μας με διηγήματα και συχνά μας στέλνει τις σκέψεις της και τους προβληματισμούς της για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, ορισμένες φορές έμμετρα, όπως αυτήν την φορά. 


Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Νέα βιβλία



Χριστίνα Ρούσσου
"Στα πέρατα της αντοχής"

Σελίδες: 464
Ημερομηνία έκδοσης: 08/06/2017


Λίγα λόγια για το βιβλίο

Λίγο πριν το ξεκίνημα του 20ού αιώνα τα αδέρφια Μακρή, ο Αχιλλέας και ο Νίκος, από τη Νάουσα της τουρκοκρατούμενης ακόμα Μακεδονίας, φτάνουν στα πέρατα του κόσμου, στην Αμερική, κυνηγώντας μια καλύτερη ζωή. Στο ταξίδι τους θα συναντήσουν τον Αντώνη - εκείνος κατάγεται από την Έδεσσα, και θέλει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αμερική. Τα χρόνια θα περάσουν, οι πορείες τους θα συγκλίνουν συχνά και η φιλία τους θα είναι η μόνη σταθερά στο περιπετειώδες διάβα τους. Από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα, τη Μακεδονία και τη Ζάκυνθο, και αποκεί στην κοιλάδα του γαλλικού Λίγηρα, τα πρόσωπα θα πληθαίνουν και θα μπλέκονται σαν ιστός. Όταν πια η τρικυμία του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου θα κοπάσει, ένα μυστικό θα τους φέρει αντιμέτωπους με το παρελθόν ξανά. Και τότε οι αντοχές τους θα φτάσουν στα όρια.


Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Με αφορμή την επέτειο της ποντιακής γενοκτονίας


Μια εκδήλωση που θα μείνει αξέχαστη

Πραγματοποιήθηκε χθες το μεσημέρι 28 Μαΐου 2017 στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου η παρουσίαση του βιβλίου που επιμελήθηκαν η Ροζαλία Γαβριηλίδου και ο Θεοφάνης Μαλκίδης στηριγμένο στις προσωπικές σημειώσεις του αείμνηστου Παύλου Τσαουσίδη, από τις σημαντικές μορφές της αντίστασης των Ελλήνων του Πόντου στην τουρκική θηριωδία. Ο τίτλος του βιβλίου: "Η βιογραφία του οπλαρχηγού του Πόντου Παύλου Τσαουσίδη".
Η εκδήλωση είχε τα πάντα! Ποίηση, Μουσική, Ομιλίες, Χορό.



Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Δήμαρχος της Έδεσσας κ. Δημ. Γιάννου, ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Τσουφλίδης από την Κρύα Βρύση, η κα Δέσποινα Στεφανίδου, μέλη των ΔΣ Συλλόγων της Έδεσσας, Σκύδρας και άλλων περιοχών, απόγονοι του Π. Τσαουσίδη και πλήθος κόσμου που γέμισε ασφυκτικά την αίθουσα. 


Την εκδήλωση συντόνισε ο Πρόεδρος του Συλλόγου Δημήτρης Ευαγγελίδης, ο οποίος επισήμανε ότι "...με την σημερινή εκδήλωση που γίνεται με αφορμή την θλιβερή επέτειο της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού, πιστεύω κλείνει με τον καλύτερο τρόπο η φετινή ιδιαίτερα πλούσια περίοδος δραστηριοτήτων του Συλλόγου Φθινόπωρο-Χειμώνας-Άνοιξη 2016/2017..."




Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Μια σπουδαία και διδακτική εκδήλωση....




Ήταν μια εξαιρετικά πετυχημένη εκδήλωση από κάθε πλευρά. Δύο σημαντικοί ομιλητές (ο Δικηγόρος, αρθρογράφος, συγγραφέας και ιστοριοδίφης Σάκης Μουμτζής και ο Καθηγητής του ΠΑ.ΜΑΚ. Νίκος Μαραντζίδης), ένα πάντα επίκαιρο θέμα (ο Εμφύλιος), το υψηλό επίπεδο των συμμετεχουσών και συμμετεχόντων, το υπέροχο φυσικό περιβάλλον, ο επιβλητικός αύλειος χώρος του παλιού Παρθεναγωγείου (1877) και δίπλα ο μεσαιωνικός ναός (14ος αιώνας) της παλιάς Μητρόπολης. 
Όλα αυτά στην παρουσίαση που οργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος "Βιβλιόφιλοι" του βιβλίου των Καλύβα-Μαραντζίδη "Εμφύλια πάθη" στην Έδεσσα, χθες το απόγευμα 8 Μαΐου 2017
Παρόντες ο πρώην Υπουργός Γιώργος Πασχαλίδης, ο Δήμαρχος της πόλης Δημήτρης Γιάννου, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Φίλιππος Γκιούρος και δεκάδες άλλοι εκλεκτοί συμπολίτες, που παρακολούθησαν με αμείωτη προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν.
Οι πολύ εύστοχες ερωταπαντήσεις, μετά το πέρας των ομιλιών,  ολοκλήρωσαν μια πραγματικά σπουδαία και διδακτική εκδήλωση.





Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Νέα βιβλία


Ένα βιβλίο που έγινε πραγματικότητα με την σκληρή δουλειά της Ροζαλίας Γαβριηλίδου και του Φάνη Μαλκίδη. Το περιμένουμε με ανυπομονησία...
ΔΕΕ

Ένα σημαντικό βιβλίο 
ιστορικής μνήμης

Ένα πανέμορφο ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία, που μου χάρισε στιγμές συγκίνησης, απέκτησε φυσική υπόσταση! Νοιώθω περήφανη για το όνειρο που έγινε πραγματικότητα...
Με την βοήθεια σημαντικών ανθρώπων η ιστορία του Αντάρτη του Πόντου (και παράλληλα πολλών άλλων) μπορεί να γίνει γνωστή σε όλους και να αποτελέσει πηγή άντλησης σημαντικών ιστορικών στοιχείων. 
Τον Πρόλογο και το επίμετρο υπογράφει η Ροζαλία Γαβριηλίδου, ενώ η εισαγωγή του βιβλίου είναι του Θεοφάνη Μαλκίδη, δ/κτορα του Πανεπιστημίου της Θράκης τον οποίο και ευχαριστώ ιδιαίτερα γι αυτό και για τη βοήθειά του σ' αυτήν την προσπάθεια! 

Το βιβλίο θα κάνει την παρθενική του εμφάνιση στην πρώτη παρουσίασή του στις 28 Μαΐου, που διοργανώνει ο σύλλογος "Βιβλιοφιλων Έδεσσας".

Ροζαλία Γαβριηλίδου


Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Ποιητικός διαγωνισμός

Ποιητικός διαγωνισμός 
από το Πολιτιστικό Σωματείο 
«Οι κορυφαίοι»


Το Πολιτιστικό Σωματείο «ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ» ανακοινώνει ότι προκηρύσσει τον πρώτο πανελλήνιο διαγωνισμό για νέους έως 25 ετών, για το έτος 2017.
                                         Προθεσμία υποβολής έως 31 Οκτωβρίου 2017.

Οι υποψήφιοι καλούνται να δηλώσουν συμμετοχή μ’ ένα ποίημα τους μέχρι 80 στίχους σε τρία φωτοτυπημένα αντίτυπα σε ηλεκτρονική μορφή. Τα ποιήματα να σταλούν ταχυδρομικά με απλή επιστολή, όχι συστημένη στη διεύθυνση του Σωματείου, Δεληλάμπρου 36 Βύρωνας, 16232, Αθήνα.

Το ποίημα να σταλεί με ψευδώνυμο, ενώ τα πραγματικά στοιχεία του διαγωνιζόμενου ποιητή (ονοματεπώνυμο-ηλικία-επάγγελμα-ταχυδρομική διεύθυνση-τηλέφωνο-σταθερό και κινητό) θα εμπεριέχονται σε σφραγισμένο εσώκλειστο φάκελο.

1ο Βραβείο: Διαμονή για 3 μέρες, 2 νύχτες για 2 άτομα στο ξενοδοχείο Periscope (με πρωινό) που βρίσκεται σε κεντρική τοποθεσία, στην καρδιά του Κολωνακίου.
2ο Βραβείο: Συλλεκτικό βιβλίο
3ο Βραβείο: Πίνακας ζωγραφικής

Οι διακριθέντες θα ειδοποιηθούν έγκαιρα για την τελετή βράβευσης.

Για τυχόν περισσότερες πληροφορίες καλέστε στο τηλέφωνο 6945 29 26 50 (κ. Γιώργος Σταυράκης) Δευτέρα-Παρασκευή 10:00 π.μ έως 12:00 π.μ
E-mail: 
oikorufaioi@gmail.com

Για το Δ.Σ.

                                                                  Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                
                                                          Μαρία Χατζηνικολάου                                                                                                                                    Ο ΓΕΝ.ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
                                                               Γιώργος Σταυράκης      

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Το βιβλίο στο Βυζάντιο

Τετραευάγγελο 12ος αιώνας

Το βιβλίο στο Βυζάντιο

Στο Βυζάντιο συναντούμε δύο τύπους βιβλίων : το ειλητάριο ή ειλητό και τον κώδικα.
Το ειλητάριο ήταν γνωστό από τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους, οι οποίοι το κατασκεύαζαν από πάπυρο και το ονόμαζαν κύλινδρο. Το ειλητάριο στη Βυζαντινή εποχή ήταν από ορθογώνιο κομμάτι παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού το οποίο τυλιγόταν γύρω από έναν άξονα σε κάθετη ή σπανιότερα σε οριζόντια διεύθυνση. Ο αναγνώστης όταν διάβαζε το κείμενο ξετύλιγε λίγο λίγο με το αριστερό χέρι και το ξανατύλιγε με το δεξί. Από τα ρήματα ειλείν και ανελίσσειν που δηλώνουν ακριβώς αυτή την κίνηση, ο τύπος αυτός του βιβλίου ονομάστηκε ειλητάριο ή ειλητό.


Στα ειλητάρια οι Βυζαντινοί έγραφαν σύντομα κείμενα, όπως λειτουργίες των Πατέρων αλλά κυρίως διοικητικά έγγραφα και γράμματα. Για να εξασφαλιστεί το απόρρητο της αλληλογραφίας έκλειναν το ειλητό με βουλοκέρι που έφερνε τη σφραγίδα του αποστολέα.

Τα αυτοκρατορικά έγγραφα τα έκλειναν με χρυσή σφραγίδα και ονομάζονταν χρυσόβουλα. Το χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1301 μ.Χ) που φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο, περιέχει προνόμια που έδωσε ο αυτοκράτορας στην Μονεμβασιά. Χρυσόβουλα επίσης υπάρχουν στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους, της Μονής της Πάτμου και του Βατικανού. 

Δέσιμο τετραδίων σε τόμο
Δέσιμο τετραδίων σε τόμο
Tο ειλητάριο δεν ήταν κατάλληλο για τη συγγραφή μεγάλων και πολλών κειμένων γι αυτό το λόγο από τον 3ο αι. μ. Χ. και έπειτα οι Βυζαντινοί κατασκεύασαν ένα δεύτερο τύπο βιβλίου, τον κώδικα στον οποίο έγραφαν μεγάλα κυρίως κείμενα, όπως η Βίβλος. Χρησιμοποίησαν το φτερό χήνας από τον 4ο αιώνα μ.Χ. και μετά. Το 331 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Ευσέβιο Καισαρείας να του προμηθεύσει 50 περγαμηνούς κώδικες που περιείχαν την Αγία Γραφή για τις εκκλησίες της νέας πρωτεύουσας. Πολλές φορές κείμενα παπύρου αντιγράφονταν σε περγαμηνή για να σωθούν από την καταστροφή, αφού ο πάπυρος ήταν και ευπαθής και δύσχρηστος. Ο κώδικας, πρόδρομος του σημερινού τετραδίου, αποτελείται από μεγάλα κομμάτια χαρτιού ή περγαμηνής, διπλωμένα δύο φορές στα δύο. Στο τέλος όλα τα κομμάτια δένονταν σε τόμο.

Οι πολυτελείς κώδικες που προορίζονταν για τον αυτοκράτορα και τους πλούσιους αξιωματούχους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με πολύτιμες πέτρες, χρυσό, μαργαριτάρια και σμάλτο.

***

Χρυσόβουλο Ανδρόνικου Β' Παλιολόγου, 1301. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών
Χρυσόβουλο Ανδρόνικου Β’ Παλιολόγου, 1301. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών
Το βιβλίο δεν ήταν απλώς χειροποίητο, ήταν προϊόν κοπιώδους χειρωνακτικής εργασίας. Κόστιζε στους βιβλιόφιλους να το αποκτήσουν και, αν τύχαινε να φθαρεί, δύσκολα το αντικαθιστούσαν. Η προστασία του ήταν πρώτο μέλημα. Από αυτή την πρακτική ανάγκη γεννήθηκε το επάγγελμα του «βιβλιοαμφιάστη», με δικά μας λόγια του βιβλιοδέτη, που εξελίχθηκε στην τέχνη της βιβλιοδεσίας.

Είναι μειωτικό να χαρακτηρίσει κανείς με τον τρέχοντα όρο «εξώφυλλα» τα προϊόντα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής βιβλιοδεσίας από τον 11ο ως τον 19ο αιώνα. Δύο ξύλινες ορθογώνιες πλάκες αγκαλιάζουν προστατευτικά χειρόγραφες σελίδες από πάπυρο ή περγαμηνή, βγαλμένες από τα χέρια ειδικευμένων μοναχών ή επαγγελματιών αντιγραφέων από ιδιωτικά καλλιγραφεία σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια.

Ντύνονται με βελούδο, μετάξι και πορφύρα. Επενδύονται με χρυσό και ασήμι. Κοσμούνται με πολύτιμους λίθους, με ελεφαντοστό και παραστάσεις από σμάλτο. Φτερωτοί δράκοι, γρύπες, δικέφαλοι αετοί, τρίτωνες, κρίνα και άνθινες μπορντούρες, ανάγλυφα αποτυπωμένα, διακοσμούν δερμάτινα καλύμματα. «Κλείστρα», περίτεχνα μεταλλικά ελάσματα, συγκρατούν τα δύο μέρη του καλύμματος προστατεύοντας την ευαίσθητη περγαμηνή από τις αλλαγές της θερμοκρασίας και την υγρασία. «Γόμφοι», διακοσμητικά μεταλλικά καρφιά, σε σχήμα άνθους, κουμπιού ή αμυγδάλου, στις τέσσερις γωνίες κάθε πλευράς προφυλάσσουν τη βαρύτιμη διακόσμηση από την τριβή στο ράφι και τη φθορά.

Φύλλο πορφυρού τετραευάγγελου (Κώδικας 6ου αιώνα). Το φύλλο περιέχει το κατά Ματθαίον 14. 22-31. Το σπάραγμα ανήκει στον πορφυρό κώδικα Ν, που σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αγίας Πετρούπολης. (Grec. 537 ) Οι λίγοι πορφυροί κώδικες που σώζονται έως σήμερα χρονολογούνται τον 6ο αι. και περιέχουν βιβλία της Αγίας Γραφής. Το κείμενο είναι γραμμένο με αργυρό και χρυσό χρώμα σε σελίδες βαμμένες με πορφυρό χρώμα. Ως εξαιρετικά πολυτελείς κώδικες, πιθανόν να προορίζονταν για βιβλιόφιλους του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος. Πιστό αντίγραφο του φύλλου χειρογράφου  εκτίθεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
Φύλλο πορφυρού τετραευάγγελου (Κώδικας 6ου αιώνα). Το φύλλο περιέχει το κατά Ματθαίον 14. 22-31. Το σπάραγμα ανήκει στον πορφυρό κώδικα Ν, που σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αγίας Πετρούπολης. (Grec. 537 ). Οι λίγοι πορφυροί κώδικες που σώζονται έως σήμερα χρονολογούνται τον 6ο αι. και περιέχουν βιβλία της Αγίας Γραφής. Το κείμενο είναι γραμμένο με αργυρό και χρυσό χρώμα σε σελίδες βαμμένες με πορφυρό χρώμα. Ως εξαιρετικά πολυτελείς κώδικες, πιθανόν να προορίζονταν για βιβλιόφιλους του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος. Πιστό αντίγραφο του φύλλου χειρογράφου εκτίθεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

Αντικείμενα τέχνης που μαρτυρούν τις εξελίξεις στην τέχνη κάθε εποχής, οι «σταχώσεις», οι βιβλιοδεσίες των Βυζαντινών, αποτελούν επίσης «πηγή για την ιστορία, την πολιτική, την οικονομία και τα πνευματικά ρεύματα κάθε εποχής». «Οι πολυτελείς σταχώσεις της μέσης βυζαντινής εποχής, τις οποίες συναντούμε κυρίως σε ευαγγελιστάρια και λειτουργικά κείμενα, αρκετά εκ των οποίων ήταν διπλωματικά δώρα, λειτουργούσαν ως επίδειξη πλούτου και επιβεβαίωση του κύρους της Εκκλησίας και της αυτοκρατορικής αυλής που είχαν παραγγείλει την κατασκευή τους. Οι παραστάσεις που τις διακοσμούν απεικονίζουν, εκτός από τη Σταύρωση, την Ανάσταση και άλλα θρησκευτικά θέματα, και ζητήματα που απασχόλησαν τη βυζαντινή κοινωνία, όπως η εικονομαχία».

Τα κοινά χαρακτηριστικά μορφής βιβλίων ανά χρονικές περιόδους, μαρτυρούν ότι οι βιβλιοδέτες ακολουθούσαν τις αισθητικές τάσεις των εποχών τους και αυτό συνεχίζεται μέσα τους αιώνες. Σημειωτέον ότι στον ελλαδικό χώρο, το χαρτί έφτασε τον 11ο αιώνα επί Ειρήνης Κομνηνής, ενώ το παλαιότερο βυζαντινό έγγραφο από χαρτί, θεωρείται το χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου για την Μονή Μεγίστης Λαύρας και χρονολογείται το 1052.

Ευαγγελιστάριο (Κώδικας 11ου αιώνα). Φέρει μεταγενέστερες προσθήκες σε χαρτί και περγαμηνή. Το πορτρέτο του ευαγγελιστή Λουκά, σε μονό φύλλο σκληρής περγαμηνής, χρονολογείται τον 13ο αιώνα και αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στον κώδικα, μαρτυρία της συνεχούς χρήσης του ευαγγελισταρίου.
Ευαγγελιστάριο (Κώδικας 11ου αιώνα). Φέρει μεταγενέστερες προσθήκες σε χαρτί και περγαμηνή. Το πορτρέτο του ευαγγελιστή Λουκά, σε μονό φύλλο σκληρής περγαμηνής, χρονολογείται τον 13ο αιώνα και αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στον κώδικα, μαρτυρία της συνεχούς χρήσης του ευαγγελισταρίου.

Δυτικοί και ανατολικοί λαοί ακολούθησαν τη βυζαντινή παράδοση των πολυτελών σταχώσεων. Κωνσταντινουπολίτες λόγιοι μετέφεραν, μετά την άλωση της Πόλης, τη βιβλιοδετική τεχνογνωσία στα νεόκοπα τυπογραφεία της Δύσης και στην ενετοκρατούμενη Κρήτη. «Οι δερματόδετες βιβλιοδεσίες των κρητικών εργαστηρίων με την πυκνή διακόσμηση με έγκαυστα σχέδια ταξιδεύουν ως τη βιβλιοθήκη του Καρδινάλιου Βησσαρίωνα και σε άλλες φημισμένες βιβλιοθήκες».

«Αργότερα, στη διάρκεια των πρώτων αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας, η βιβλιοδεσία ατονεί, γεγονός που μαρτυρεί την ένδεια των Ελλήνων αλλά και την έλλειψη σκοπού και διάθεσης. Οι λιγοστοί βιβλιοδέτες εργάζονται σε μοναστήρια, συντηρώντας παλαιά βιβλία ακολουθώντας τη βυζαντινή τεχνική, ενώ η βιβλιοδεσία των χρόνων της Επανάστασης ακολουθεί κατά κανόνα δυτικά πρότυπα, από τα οποία εμπνέονται εκείνη την εποχή οι Έλληνες ενθεγέρτες διανοούμενοι».

Πηγές


Βυζαντινών Ιστορικά : Τα βιβλία στο Βυζάντιο
Βυζαντινό Μουσείο: Η τέχνη της Βιβλιοδεσίας
Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο : Συλλογή Χειρόγραφων Κωδίκων και Εγγράφων
Η βιβλιοδεσία από το Βυζάντιο ως τη σύγχρονη εποχή




Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Ευχές



Χρόνια πολλά στα μέλη 
και στους φίλους του Συλλόγου!
Υγεία, Δημιουργικότητα 
και πολλά βιβλία! 

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Πασχαλινό διήγημα


ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Του Τρύφωνα Ούρδα

Η όμορφη Βαούλα μου! Έτσι αποκαλούσε την κόρη της από τότε που τη γέννησε, η μάνα της η κυρα- Στεργιανή. Έτσι επίσης τη φώναζαν όλοι στη γειτονιά που έμενε αλλά και οι άλλοι οι χωριανοί της, όταν την έβλεπαν να περνάει από την πλατεία και τους δρόμους του χωριού.

Και εδώ που τα λέμε τα λόγια δεν είχαν καμιά υπερβολή. Η Βαούλα ήταν ένα γλυκό, κατάξανθο κοριτσάκι, τώρα μόλις που πάτησε τα επτά του χρόνια, πάντοτε απάνω του περιποιημένο και καθαρό, σημάδι πως η μάνα του αφιέρωνε αρκετό χρόνο για να το διατηρεί έτσι, σαν να είναι μια κουκλίτσα.

Με τις ωραίες μπουκλίτσες στους κροτάφους και τα κοτσιδάκια στο κεφάλι του, την κόκκινη κορδέλα περασμένη τις περισσότερες φορές στα μαλλιά του, τα μπλε αμυγδαλωτά μάτια και τα ροζ μαγουλάκια, λες και έβαλες επάνω τους εκείνο το «ρουζ» των μεγάλων κοριτσιών και με το φυσικό χαμόγελο στα κερασένια χειλάκια του, ήταν σαν να έβλεπες ότι είχες μπροστά σου έναν μικρό και πολύ όμορφο άγγελο που κατέβηκε από τον ουρανό.

Αλλά δεν ήταν μονάχα αυτά τα εξωτερικά χαρίσματα που ξεχώριζαν το μικρό κορίτσι. Είχε και άλλα που ανήκαν στον εσωτερικό του κόσμο! 

Ήταν λοιπόν και ένα πανέξυπνο και καλοσυνάτο πλάσμα με μια πολύ ευαίσθητη καρδούλα στο στήθος του. Κάθε που σε κοίταζε με εκείνο το αθώο παιδικό βλέμμα, καταλάβαινες πως ήθελε να σ’ αγκαλιάσει και να σε κάνει δικό της με την πηγαία αγάπη της. Μέσα στην αγκαλίτσα της, ήθελε να χτυπήσει ανθρώπινα και η δική σου καρδιά και μαζί της να ξεχάσεις οτιδήποτε σε βαραίνει. Ήταν ένα παράδειγμα πολύ καλού παιδιού στη μικρή κοινωνία του χωριού και αυτό σίγουρα θα το ένοιωθες αν έπιανες κουβεντούλα μαζί του. Σίγουρα θα διαπίστωνες τα προτερήματα και τις αρετές του!

Όμως όσο κι αν η φύση προίκισε τη Βαούλα με πολλά, πάρα πολλά από τα καλά της, «εν τούτοις» δεν της τα έδωσε όλα. Άγνωστο γιατί δεν της επέτρεψε να περπατήσει! Δεν μπορούσε μόνη της να κινείται, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της, αλλά κάθε κίνηση της έπρεπε να γίνεται με την ίδια καθισμένη πάνω σε καροτσάκι και φυσικά πάντοτε με τη βοήθεια άλλου ανθρώπου.

Αγνό, καθαρό σωματάκι με μια ψυχή μέσα του άσπρη, κάτασπρη σαν το χιόνι, ανεβασμένο σε δυο ρόδες για να πάει από εδώ ως εκεί, να μεταβεί στο σχολείο, να πεταχτεί μέχρι τα συνομήλικα ξαδέρφια της, να κάνει μια βόλτα στο πάρκο και να παίξει με τους φίλους της. Και ύστερα όταν βρίσκεται εκεί, πώς να κάνει ότι κάνουν τα άλλα παιδιά; Πως να παίξει και να χαρεί με τον τρόπο που αυτά παίζουν και χαίρονται, τρέχοντας και ξεφαντώνοντας, όπως γίνεται συνήθως με τα παιδιά, ας πούμε στα διαλείμματα του σχολείου και μέσα στα σοκάκια και τις γειτονιές του χωριού; Ήταν ένα παράπονο που το κορίτσι έκρυβε βαθειά μέσα του, μα το έβγαζε σπάνια έξω από την ψυχούλα του, παρά τα λίγα χρόνια της ηλικίας του!

Ποιος όμως είναι άξιος και μπορεί να κρίνει τον Θεό και το θέλημά Του; Κανένας! Γι αυτό και η μικρή έκανε υπομονή και δεν το έβαζε κάτω. Χαιρόταν μ’ αυτά που είχε και μ’ αυτά που μπορούσε να κάνει. Χαμογελούσε όταν και τα άλλα παιδάκια της παρέας της γελούσαν, όταν τα έβλεπε να κάνουν τρέλες και αστεία ή όταν έκαναν ζαβολιές. Απολάμβανε τα παραμύθια και τα ωραία τραγούδια που τους μάθαινε η δασκάλα, δεν χόρταινε να βλέπει τον ήλιο να βγαίνει λαμπρός πίσω από το βουνό τους, το Μανιούσι και περισσότερο ποιά θα μπορούσε να ήταν γι αυτή η μεγαλύτερη ευχαρίστηση, απ’ αυτή που ένοιωθε όταν βρισκόταν στην αγκαλιά της μάνας της, κάθε βράδυ όταν τη νανούριζε στον ύπνο της και της χάιδευε τα χεράκια και τα μάγουλα, βάλσαμο σε ό,τι συννέφιαζε το παιδικό της βλέμμα;

Για όλα λοιπόν αυτά, στην προσευχή που κάνανε μαζί τα βράδια, δόξαζαν και με πολύ πίστη, ευχαριστούσαν τον Θεό για όλα αυτά που τους έδινε και για όλα εκείνα που τον παρακαλούσαν να έχουν με τη Χάρη του.

Απρίλης μήνας και στο χωριό όλοι ετοιμάζονται να γιορτάσουν το Πάσχα. Άσπρισαν και μοσχοβόλησαν οι γειτονιές, από τον ασβέστη στους τοίχους των σπιτιών, από τα κρίνα και τα ζουμπούλια που άνθιζαν μέσα στους κήπους και στις γλάστρες και μέσα στις αυλές. Έξω, στο «ακριβό» μετά τον χειμώνα φως του ήλιου, οι χωριανοί άπλωσαν πάνω στα σύρματα, τις κουβέρτες και τα ρούχα τους για να στεγνώσουν, όλα πλυμένα με τα χέρια τους μέσα στα σκαφίδια και στα πλυσταριά, καθαρά πεντακάθαρα, έτσι ώστε να τα έχουν έτοιμα για τη Μεγάλη Γιορτή. Κάποιοι βέβαια με «βαρύτερο» πορτοφόλι, πήγανε στα μαγαζιά και αγόρασαν καινούργια!

Τελικά όλος ο κόσμος σε μια ευχάριστη αναστάτωση, αναμένοντας από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα να ακούσουν το «Χριστός Ανέστη» και μαζί με τον αναστημένο Χριστό να αναστηθεί και να λαμπρυνθεί η καρδιά όλων των ανθρώπων. Και το Πάσχα δεν ήταν μακριά. Κούτσα-κούτσα με «το γαιδουράκι» έφτανε..! 

Αλλά να! Μεγάλη Εβδομάδα και Μεγάλη Πέμπτη σήμερα! Κόκκινη Πέμπτη τη λένε στο χωριό, γιατί τη μέρα αυτή, όλοι στα σπίτια τους βάφουνε τα κόκκινα αυγά που θα τσουγκρίσουν στην Ανάσταση.

Κόκκινη Πέμπτη λοιπόν και μαζί το μεγάλο παζάρι στην πόλη της Νιγρίτας, άρχισε από πολύ νωρίς τα ξημερώματα. Πολλοί χωριανοί θα πάνε σήμερα σ’ αυτό για να ψωνίσουν. Ο καθένας ό,τι χρειάζεται για να γιορτάσει το Πάσχα. Μα πιο πολύ τη μέρα αυτή θα χαρούνε τα παιδιά. Ξέρουν ότι «κάτι» θα τα πάρουν οι γονείς τους. Από ρούχα μέχρι παιχνίδια… 

Η Βαούλα, ξεκίνησε και αυτή από νωρίς το πρωί με τους γονείς της για το παζάρι. Έβαλε κάποια από τα καλά της τα ρούχα, φόρεσε και την κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της για να ταιριάζει με τη μέρα και με τη «σούστα» και το άλογο, φτάσανε στην αγορά πριν ακόμα το μεσημέρι. Βιαστικά τράβηξαν για τα «σιργιά». Κόσμος εκεί πήγαινε κι ερχόταν φορτωμένος με ψώνια στα χέρια, άλλοι από αυτούς χαρούμενοι, άλλοι σκεφτικοί, άλλοι βιαστικοί να τελειώνουν με τις αγορές τους και άλλοι ήταν εκεί μονάχα για να βολτάρουν, χαιρετώντας γνωστούς και φίλους, δίνοντας και παίρνοντας ευχές για την Ανάσταση. Οι πραματευτάδες και αυτοί με τις φωνές τους, διαλαλούσαν την πραμάτεια για να τραβήξουν την προσοχή των πελατών τους και να την πουλήσουν, μετρώντας κάπου-κάπου στη χούφτα τους τα τάλιρα και τις δραχμούλες από τις εισπράξεις. Δεν μπορείς να πεις ατμόσφαιρα γιορτινή, πανηγυρική!

-Μάνα, γύρισε και είπε κάποια στιγμή μέσα στη βοή και στην οχλαγωγία η Βαούλα. Μανούλα κοίταξε εκείνο το κοριτσάκι, του πήρανε κόκκινα παπούτσια. Θέλω κι εγώ να μου πάρεις τέτοια, για να τα φορέσω όταν θα πάμε στην Εκκλησία το Πάσχα!

Στο άκουσμα της φωνούλας της κόρης, δάκρυα κύλισαν από τα μάτια της μάνας. Βγήκαν καυτά και έκαψαν όχι μόνο τα μάγουλα στο πρόσωπό της αλλά πιο πολύ τα σπλάχνα και την καρδιά της. Είναι αλήθεια πως αυτό δεν περίμενε! 

-«Παπούτσια» για το κορίτσι μου, το κοριτσάκι μου, σιγομουρμούρισε και ύστερα το επανέλαβε πολλές φορές από μέσα της. Ναι παπούτσια, όπως φοράνε και τα άλλα τα παιδάκια. Να τα φορέσει και η δικιά μου η γοργόνα και να πάει μ’ αυτά στη Λειτουργία. Ποιος ξέρει Θεέ μου… καμιά φορά γίνονται και θαύματα!

Σκούπισε γρήγορα με την παλάμη τα δάκρυα της και χαμογελώντας με παράπονο, τράβηξε με μια κίνηση το καρότσι με το κορίτσι πάνω του προς το μέρος του έμπορα, που πουλούσε τα παπούτσια και τα είχε εκτεθειμένα μαζί με άλλα ζευγάρια δίπλα στον πάγκο του. Πήρε στα χέρια της ένα από εκείνα που της έδειξε το κορίτσι και προσπάθησε να τα φορέσει στα μικρά και αδύναμα ποδαράκια του. Με την πρώτη ταίριαξαν απόλυτα και η μικρούλα χαρούμενη, άρχισε να τα κουνάει και να τα τινάζει, χορεύοντας και τραγουδώντας:

-Φοράω παπούτσια, φοράω παπούτσια!

Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά που πήρε εκείνη την Πέμπτη στο παζάρι η Βαούλα, που της ερχότανε να πετάξει. Έχει και αυτή παπούτσια και τα πόδια της τώρα δεν είναι γυμνά, μόνο με τις άσπρες καλτσούλες πάνω τους, ούτε και σκεπασμένα με την κουβέρτα για να μην βλέπουν οι άλλοι το πρόβλημά τους. Τώρα τα πόδια της είναι κανονικά όπως είναι όλων των φίλων της στο χωριό και μπορεί να τα δείχνει παντού, όπου και αν πηγαίνει, χωρίς οι άλλοι να την κοιτάνε περίεργα.

Το απόγευμα, σαν η οικογένεια επέστρεψε στο χωριό, το σπίτι δεν είχε τόπο να χωρέσει τη Βαούλα. Δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να βγάλει τα παπούτσια από τα πόδια της! Τα φορούσε όλες τις ώρες. Στο τραπέζι που κάτσανε να φάνε, στο σαλόνι για να ξεκουραστούνε, ακόμα και στο κρεβατάκι που της έστρωσε το βράδυ η μάνα της για να κοιμηθεί!

Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, έτσι την πήρε ο ύπνος. Με το φως αναμμένο να τα βλέπει στα πόδια της και με τα χεράκια της τα δυο να τα χαϊδεύει, ενώ το χαμόγελο να μη φεύγει από το άσπρο προσωπάκι της. Και όλη τη νύχτα κοιμάται και …ονειρεύεται! Και τι όνειρα γλυκά! Και τι θαύματα που γίνονται στα όνειρα!

Βλέπει φορώντας τα κόκκινα παπούτσια στα πόδια της, να τρέχει μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς της, να παίζει μαζί τους τον κουτσό, τον κρυφτό και τον κυνηγητό, να πηγαίνει στο σχολειό φορτωμένη την τσάντα στην πλάτη της, να χορεύει και να ξεφαντώνει στην πλατεία και να γυρίζει στο σπίτι της ιδρωμένη από την κούραση. Πρωτόγνωρες, ξεχωριστές και πολύ ευχάριστες για την ίδια εμπειρίες και καταστάσεις, που δεν έζησε τα προηγούμενα χρόνια και ζει τώρα που φοράει παπούτσια.

Αλλά και τι παπούτσια! Κόκκινα παπούτσια! Το χρώμα όλων των κοριτσιών. Το χρώμα της χαράς, που τόσο πολύ αγαπάει και πάντα με αυτό ντύνει τις κουκλίτσες της όταν παίζει μαζί τους. Και πάντα το αυτό το χρώμα διαλέγει να έχουν οι κορδέλες στα μαλλιά τους.

Όμως… ας περπατήσει και ας τρέξει ακόμα λίγο με τα όμορφα παπουτσάκια της στους δρόμους. Στους δρόμους της χαράς, που απόψε άνοιξαν διάπλατα μπροστά της και δεν την αφήνουν στιγμή να ανασάνει. Ποιος ξέρει; Αύριο με το φως της μέρας όλα αυτά μπορεί να διαλυθούν, να γίνουν ψέματα και θα μπούνε για πάντα στο συρτάρι των αναμνήσεων. Και τότε η ωμή πραγματικότητα! Ένα φρέσκο κορμάκι πάνω σε δυο ρόδες, που όσο κι αν γυρίζουν δεν φέρνουν χαρά μέσα στην παιδική ψυχή της. Και περισσότερο! Δεν την φέρνουν όσο θα ήθελε τόσο κοντά στους άλλους ανθρώπους που έχουν «καλά» τα ποδαράκια τους! Αντίθετα μάλιστα! Τη στεναχωρούν και την γεμίζουν με νοσταλγία να ζήσει κι αυτή φυσιολογικά, όπως όλοι οι άλλοι οι συνομήλικοι γύρω της και όλοι όσοι κάνουν παρέα μαζί της.

Γι αυτό την αποψινή της χαρά και ευτυχία, θέλει να την μάθουν όλοι στο χωριό. Θέλει να τη φωνάξει να την ακούσουν οι «πάντες» και να γιορτάσουν μαζί της το γεγονός. Αυτές οι στιγμές είναι όλα τα χρόνια τώρα που περίμενε! Ο κρυφός και ο φανερός πόθος της! Να ζήσει ελεύθερη! Μακριά από τα άψυχα και τα κρύα σίδερα του καροτσιού της. Μακριά από τις «περιττές» και ίσως από «υποχρέωση» βοήθειες των συγγενών της, τα περίεργα βλέμματα και τα αισθήματα λύπης γι αυτή. Γιατί όσο μικρή κι αν είναι, καταλαβαίνει τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων, που την πληγώνουν και μαυρίζουν κάθε μέρα της ζωής της. Απόψε είναι η πιο ευτυχισμένη «μέρα» στη ζωή της και η ίδια ο πιο «ευτυχισμένος» άνθρωπος στον κόσμο!

Όμως …πόσο να κρατήσουν τα όνειρα! Η επόμενη μέρα, η «Μεγάλη Παρασκευή» την προσγειώνει στη ρουτίνα. Καροτσάκι και πάλι καροτσάκι! Αλλά δεν έχει σημασία. Φοράει παπούτσια και νοιώθει σίγουρη γι αυτά, αφού χτες όλο το βράδυ τα είχε στα ποδαράκια της και βάδιζε, έτρεχε όπου ήθελε. Τώρα… δεν μένει παρά να τα δείξει και στους φίλους της. Σ’ αυτούς που βλέπει κάθε μέρα να παίζουν στο ίδιο σημείο, κάτω από το μικρό βουναλάκι του χωριού, μέσα στα χώματα τις πέτρες και τα σάπια φύλλα των δένδρων…

Την μεγάλη αυτή επιθυμία του κοριτσιού η μάνα της την αντιλαμβάνεται και δεν της χαλάει το χατίρι. Την παίρνει πάνω στο καροτσάκι και με τα παπούτσια να «φαντάζουν» στα πόδια της, την πηγαίνει στον τόπο που παίζουν οι φίλοι της. Πιο μπροστά περνάνε μέσα από την πλατεία. Όλοι οι χωριανοί βλέπουν τα παπούτσια στα πόδια της. Της λένε πόσο όμορφα είναι κι αυτή τα καμαρώνει! Η ίδια όμως ανυπομονεί να τα δείξει και στα άλλα παιδάκια, τους φίλους της στο παιχνίδι. Άραγε τι θα πούνε μόλις τη δούνε σήμερα με αυτά τα καινούργια κόκκινα παπούτσια;

Όταν φτάνουν κάτω από το βουνό, η μάνα της όπως κάνει κάθε φορά, την αφήνει μόνη της εκεί και πετάγεται για λίγο δίπλα, στο σπίτι της αδερφής της. Όλα τα παιδιά του χωριού είναι μαζεμένα και παίζουν. Μα σαν βλέπουν τη Βαούλα, λες και την περίμεναν, τρέχουν κοντά της για να της μιλήσουν. Και τότε παρατηρούν έκπληκτα τα παπούτσια στα πόδια της! Περήφανο και το κορίτσι που έχει παπούτσια στα πόδια του, όπως έχουν και αυτά, αρχίζει να τα μιλάει για την αγορά τους από το παζάρι, για το πόσο όμορφα τα βλέπει με τα ματάκια της και για το πόσο θαυματουργά είναι αφού έχουν τη δύναμη και μπορούνε να την κάνουν κάποτε να περπατήσει. Για να τους πείσει μάλιστα σε αυτά που τους λέει, διηγείται και το βραδινό της όνειρο!

Έτσι, κάποιες από τις παιδικές ψυχούλες την ακούνε. Πιστεύουν στα λόγια της και σκέφτονται πως κάποτε θα τη δούνε μαζί τους να βαδίζει, να τρέχει και να παίζει. Μέσα στην παιδική αφέλεια και τη φαντασία όλα μπορούνε να πραγματοποιηθούν! Ακόμα και τα όνειρα εδώ, σε αυτές τις αμόλυντες υπάρξεις, όπου κι αν κτίζονται, μπορούνε να φτιάξουνε παλάτια με βασιλοπούλες και έχουν τη μαγεία να κάνουν όλους και όλα πάνω στη γη να χαίρονται. Άλλωστε έτσι δεν γίνεται και στα παραμύθια;

Όμως μερικά από τα παιδιά, τους φίλους της Βαούλας δεν σκέφτονται έτσι, με τον ίδιο τρόπο. Κάποια αμφισβητούν τις προσδοκίες, τους πόθους και τις νοσταλγίες της και θέλουν να γελάσουν με τα λόγια της. Γι αυτό περιπαιχτικά και «αλίμονο» χωρίς κακία της φωνάζουν:

-Σιγά μην περπατήσεις με αυτά τα παπούτσια..!

-Όχι, πετάγεται διαμαρτυρόμενο και πληγωμένο το κορίτσι. Θα περπατήσω..!

Και πριν καλά-καλά τελειώσει τα λόγια του, τα ίδια παιδιά ορμούνε επάνω της. Αρπάζουν τα παπούτσια από τα πόδια της και χωρίς να καταλαβαίνουν μέσα στο παιδικό μυαλό τους τι κάνουν, τα παίρνουν και τα μεταφέρουν πάνω στο βουνό και τα πετούν μέσα στα δένδρα του. Αμέσως ύστερα και πριν ακόμα να γίνουν αντιληπτά από τη μητέρα του κοριτσιού, που έσπευσε κοντά του από τις φωνές, εξαφανίσθηκαν στα σοκάκια του χωριού για να μην τα μαλώσει.

Η σκληρή αυτή συμπεριφορά των φίλων της Βαούλας, ήταν μαχαιριά στο στήθος της! Για πολύ καιρό την έκαναν να κλαίει απαρηγόρητη στην αγκαλιά της μάνας της! Νόμισε πως για δεύτερη φορά η τύχη της έκοψε τα ποδαράκια και την καταδίκασε να σέρνεται αιώνια πάνω στη γη, χωρίς ελπίδα πλέον να γίνει καλλίτερη η ζωής της!

Εκείνο λοιπόν το Πάσχα, η όμορφη νεράιδα της κυρα- Στεργιανής δεν φόρεσε τα παπούτσια για να γιορτάσει. Δεν χάρηκε τα «κόκκινα» παπούτσια, το μεράκι της, που δυο μέρες τώρα τη σεργιάνιζαν στον κόσμο και έδιναν ζωή στο ταλαιπωρημένο σωματάκι της. Γιατί όσο κι αν έψαξαν οι συγγενείς της να τα βρούνε ψηλά στο βουνό, εκεί που τα πέταξαν τα άλλα παιδιά, δεν τα βρήκαν. Η καταρρακτώδης βροχή που ακολούθησε λίγο μετά το γεγονός και οι χείμαρροι που σχηματίστηκαν και κατέβαιναν ορμητικά από το βουνό, τα παρέσυραν και τα έκρυψαν, ποιος ξέρει σε ποια θολά ποτάμια της απογοήτευσης! 

Σκληρή, πολύ σκληρή πολλές φορές η πραγματικότητα στη ζωή, όπως και η τύχη των ανθρώπων, αν δεν έρθουν από την αρχή και πολύ νωρίς πάνω στην κούνια τους οι μοίρες, να κλώσουν με τη ρόκα τους το νήμα μιας ευτυχισμένης ζωής..!

Γιατί το κακό με τη Βαούλα συνεχίστηκε! Το «όμορφο» αυτό κορίτσι και το στολίδι της μάνας του στο χωριό δεν μπόρεσε να ζήσει πολλά χρόνια! Στα δεκατέσσερα η μια από τις μοίρες που αναφέραμε, της έκοψε για πάντα το «νήμα» της ζωής της! Το αδύνατο και ασθενικό κορμάκι της δεν άντεξε στο χρόνο και μια μέρα η ψυχή της πέταξε στον ουρανό. Και έγινε τώρα ένα πραγματικό αγγελάκι! Ένα μικρό, χαρούμενο αγγελάκι για να μην χρειάζεται ποδαράκια και «παπούτσια», να βαδίζει πάνω στη σκληρή και αφιλόξενη, για «κάποιους» ανθρώπους γη μας. Αλλά, να έχει μόνο φτερά και να πετάει..!

1-4-2017

Τρύφων Ούρδας

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Ανθεστήρια 2017-Έκθεση φωτογραφίας



Σε συνεργασία με τον Σύλλογο "Ίριδα" η Έκθεση του 2015 που είχε διοργανωθεί από τους "Βιβλιόφιλους Έδεσσας" επανέρχεται ανανεωμένη. Μη παραλείψετε να την επισκεφθείτε! Θα σας εντυπωσιάσει!



Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Απονομή Βραβείων 2ου Μαθητικού Διαγωνισμού Ποίησης


Πρόγραμμα εκδήλωσης: 
2ος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποίησης


Κυριακή 19 Μαρτίου 2017 - Ώρα 11.00 πμ
Παλιό Παρθεναγωγείο (Βαρόσι)

Παρουσίαση Εκδήλωσης: Ροζαλία Γαβριηλίδου

Α΄ Μέρος

Καλωσόρισμα Προέδρου «Βιβλιόφιλων» Δ. Ευαγγελίδη

Χαιρετισμός Δημάρχου Έδεσσας κ. Δ. Γιάννου

Χαιρετισμός Δντή Δευτεροβάθμιας κ. Κ. Κούγκα

Για την «Ημέρα Ποίησης»: Δημ. Προβάδος


Β΄ Μέρος

Απονομή Βραβείων – Απαγγελίες


Γ΄ Μέρος

Μελοποιημένη ποίηση

Τραγούδι και πιάνο από την Μαρία Ζλατάνη


Λήξη Εκδήλωσης




2ος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποίησης - Αποτελέσματα

2ος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποίησης
Αποτελέσματα

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας» σε συνεργασία με την Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πέλλας και με αφορμή τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας ποίησης (21 Μαρτίου), προκήρυξαν στις 31 Οκτωβρίου 2016 για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά Μαθητικό Διαγωνισμό Ποίησης, ο οποίος έληξε στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
               Ο διαγωνισμός απευθυνόταν σε μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας. Η Γενική Θεματική κατηγορία ήταν : «Μακεδονία» με 3 υποκατηγορίες ως εξής :
α. Φυσικές ομορφιές – Περιβάλλον
β. Ιστορία – Ιστορικά γεγονότα
γ. Παράδοση – Λαογραφία (έθιμα – τοπικές παραδόσεις)

Τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού έχουν ως εξής:

               α. Υποκατηγορία: Φυσικές ομορφιές – Περιβάλλον
Α΄ Βραβείο: Κίτκας Βασίλειος, Β4 τάξη 2ο ΓΕΛ Έδεσσας
Β΄ Βραβείο: Μελετιάδου Σοφία, Γ΄ τάξη Γυμνασίου Νέου Μυλοτόπου
Γ΄ Βραβείο: Δαχής Αναστάσιος, Γ΄ τάξη 2ο ΓΕΛ Έδεσσας
Τιμητικός Έπαινος: Μπέντση Γεωργία, Γ΄ τάξη 2ο Γυμνάσιο Έδεσσας

β. Υποκατηγορία: Ιστορία – Ιστορικά γεγονότα
Α΄ Βραβείο: Παυλίδου Σοφία, Α΄ τάξη 1ο ΓΕΛ Γιαννιτσών
Β΄ Βραβείο: Τσαλικίδου Ανθία, Β΄ τάξη 3ο ΓΕΛ Γιαννιτσών
Γ΄ Βραβείο: Παυλίδου Σταυρούλα, Β΄ τάξη 1ο Γυμνάσιο Γιαννιτσών
                  
                      γ. Υποκατηγορία: Παράδοση – Λαογραφία
(Δεν υπήρξαν συμμετοχές)

Από την Επιτροπή Αξιολόγησης των συμμετοχών του Διαγωνισμού



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Διήγημα: Η ντιζέζ


Η Ντιζέζ

Ένα διήγημα του Τρύφωνα Ούρδα

Το νέο στο χωριό έφερε μεγάλη αναστάτωση. Διαδόθηκε στα σπίτια πολύ γρήγορα και δίχασε τους κατοίκους. Ανήμερα στο πανηγύρι της Ανάληψης, το κεντρικό καφενείο του χωριού μαζί με τα μπουζούκια θα έφερνε και μια «ντιζέζ» από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Έτσι για την καλλίτερη διασκέδαση!
Πρώτος σ’ αυτήν την ιδέα για την άφιξη της «κυρίας», έφερε τις αντιρρήσεις του ο παπάς. Είναι δυνατόν έλεγε και ξανάλεγε από τον Άμβωνα, ένα χωριό να γίνει ρεζίλι για μια ξετσίπωτη. Για μια γυναίκα που μέσα της δεν έχει κανένα ίχνος ηθικής! Επιπλέον ο αγαθός Γέροντας που λίγο-πολύ κάτι γνώριζε για το θέμα, υποστήριζε πως αυτές εκτός του ότι τραγουδάνε και χορεύουνε σχεδόν γυμνές, ανεβαίνουν ακόμα πάνω στα τραπέζια, κάνουν τσαλίμια, χαμογελάνε, χαϊδεύουν και φιλάνε δημόσια τους άντρες μόνο και μόνο για να τους παίρνουν τα λεφτά και ύστερα… «μην τις είδατε».
-Όχι, όχι, όχι χριστιανοί φώναζε στο εκκλησίασμα. Δεν θα το επιτρέψουμε αυτό στο χωριό μας. Σκεφτείτε τι θα πούνε οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας. Αφήστε να λένε μερικοί που πήραν τα μυαλά τους αέρα και θέλουν διασκέδαση με μια ξένη γυναίκα δίπλα τους…
Ύστερα γυρνώντας προς τον Πρόεδρο του χωριού σε αυστηρό τόνο του είπε:
-Κύριε Πρόεδρε, είσαι υπεύθυνος για την τάξη και την ασφάλεια εδώ και για τα ρεζιλέματα που θα γίνουν. Τώρα, αμέσως να καλέσεις τον καφετζή και να του κάνεις συστάσεις για να μην πατήσει το πόδι της εδώ αυτή η ξεδιάντροπη. Και αν εσύ δεν κάνεις τίποτα, εμείς θα πάμε παραπάνω στις Αρχές και στη Μητρόπολη για να παραπονεθούμε.
Τι να κάνει και ο Πρόεδρος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Από τη μια δεν ήθελε να μαλώσει με τον καφετζή γιατί ήταν συγγενής του και βέβαια με όλους τους άλλους που φλέγονταν να δούνε την ντιζέζ. Εξάλλου όλοι τους ήταν και ψηφοφόροι του! Και από την άλλη έπρεπε να μην δυσαρεστήσει και τους αντίθετους, αυτούς που δεν την ήθελαν μαζί με τον παπά και οι οποίοι ούτε λόγο ήθελαν να κάνουν γι αυτήν τη γυναίκα. Φυσικά και αυτοί ή τουλάχιστον οι περισσότεροι καλοί ψηφοφόροι του και μάλιστα φανατικοί!
Έτσι, μετά από ολονύκτιες βασανιστικές σκέψεις και ξαγρύπνιες, βρήκε μια προσωρινή λύση. Κάλεσε στο Γραφείο του στην Κοινότητα τον καφετζή και μερικούς από τους ομοϊδεάτες του και με παρακλητικό ύφος και δάκρυα στα μάτια τους είπε:
-Βρε παιδιά. Ντέρτι έχω μεγάλο εδώ και πολύ καιρό με σας! Αμάν πια μπιζέρισα! Τι μωρέ θέλετε τώρα να φέρετε στο πανηγύρι να τραγουδήσει και να χορέψει μια ξεβράκωτη. Τραγουδιστάδες εμείς δεν έχουμε; Και αράδιασε δυο-τρεις από το χωριό που ήταν καλοί στη μουσική και άλλους τόσους καλλιτέχνες της κακιάς ώρας από τα γύρω χωριά, που μπορούσαν δεν μπορούσαν να βγάλουν μια νότα από τον λαιμό τους.
Μετά, αφού ξεροκατάπιε μια δυο φορές με γλυκιά φωνή πρόσθεσε:
- Μην την φέρνετε τώρα, σ’ αυτό το πανηγύρι της Ανάληψης. Φέρτε την στο άλλο, της Αγίας Παρασκευής που θα το ξεχάσει και θα έχει ηρεμήσει ο κόσμος...
Δυστυχώς όμως με τα λόγια του ο Πρόεδρος δεν έπεισε κανέναν. Όλοι τους ήθελαν, «σώνει και καλά» σ’ αυτό το πανηγύρι να έρθει η ντιζέζ, να τραγουδήσει και να χορέψει, έστω όπως έλεγε και ο Πρόεδρος με «αδαμιαία περιβολή», αρκεί να διασκεδάσει το χωριό μαζί της. Και πρώτος από την παρέα ο καφετζής, αδιαφορώντας για τη συγγένεια μαζί του, με περίσσια θρασύτητα χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι τού είπε:
-Α! Πρόεδρε ως εδώ και μη παρέκει. Το κορίτσι θα έρθει και θα μας πει κι «ένα τραγούδι». Εσύ άμα θέλεις μην έρχεσαι στο μαγαζί.
Τα λόγια στεναχώρησαν ακόμη περισσότερο τον Πρόεδρο. Δεν περίμενε τόσο μεγάλη αντίδραση. Έτσι πάνω στον εκνευρισμό και την απελπισία του, άφησε την πονηρή πολιτική του, άλλαξε τροπάριο και άρχισε τις απειλές:
-Αφού δεν καταλαβαίνετε με το καλό, θα καταλάβετε με το άγριο, τους είπε. Θα πάμε να σας καταγγείλουμε στις Αρχές και στη Μητρόπολη…
Και σαν ξημέρωσε η μαγιάτικη μέρα ξεκίνησαν. Μπροστά πήγαινε ο παπάς με το ράσο του άσπρο από τη σκόνη του δρόμου και πίσω ο Προεστός με δύο μόνο από τους συμβούλους του, γιατί οι άλλοι δεν έβρισκαν σωστή την ιδέα για τέτοια παράπονα και έτσι αρνήθηκαν να τους ακολουθήσουν!
Όπου κι αν πήγαν όμως δεν έμειναν ευχαριστημένοι. Στη Μητρόπολη ο Δεσπότης τους είπε να αφήσουν τον καφετζή και τους άλλους να κάνουν ότι θέλουν και οι τυχόν αμαρτίες που θα πάρουν, όσοι θα πάνε στο βδελυρό θέαμα, ας βαρύνουν τους ίδιους, ενώ ο Αστυνόμος από τη μεριά του Κράτους, πως δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διασκέδαση με τη ντιζέζ επειδή τέτοιες εκδηλώσεις στα χορευτικά κέντρα, σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι νόμιμες.
Έτσι όλοι μαζί επέστρεψαν πάλι αμίλητοι στο χωριό και ο καθένας, αρκετά στεναχωρημένος που δεν πέτυχε ο σκοπός τους, τράβηξε για το σπίτι του.
Ανήμερα της Ανάληψης και του πανηγυριού. Η πλατεία από το βράδυ της προηγούμενης μέρας, στολίστηκε από τον κλητήρα με μικρές σημαιούλες του Έθνους και της Ορθοδοξίας. Κρεμάστηκαν στο Ηρώο και στο Γραφείο της Κοινότητας, τονίζοντας έτσι περισσότερο τον πανηγυρικό χαρακτήρα της μεγάλης Εορτής.
Οι νέοι και οι νέες στο χωριό με τα καλά τους τα ρούχα, ήδη από το απόγευμα πήραν τη θέση τους στη βόλτα πάνω-κάτω, ενώ οι κινητοί «ψιλικατζήδες» με τα σπόρια, τα γλειφιτζούρια, τα σουσάμια, τις τουλούμπες, τα σουβλάκια και τα παιχνίδια, άρχισαν να κάνουν χρυσές δουλειές με τους πελάτες τους. Αν και ο ήλιος ακόμα ψηλά το πανηγύρι ξεκίνησε με όλο του το μεγαλείο!
Στο καφενείο του χωριού, μέσα στην πλατεία όπου θα εμφανιστεί η ντιζέζ, οι προετοιμασίες άρχισαν και αυτές από πολύ νωρίς. Πλύθηκε κάτω το δάπεδο με το τσιμέντο, φρεσκαρίστηκαν και γυαλίστηκαν τα τραπέζια και οι ψάθινες καρέκλες, ετοιμάστηκαν οι κάσες με τα ποτά και τα αναψυκτικά, ενώ στη ψησταριά δίπλα από το μαγαζί, στριφογύριζαν πάνω στα κάρβουνα ροδοκόκκινες οι κότες για όσους θα έρθουν εδώ να φάνε και θα πάρουν μέρος στη διασκέδαση.
Ωστόσο μαζί, ετοιμαζόταν και η ορχήστρα της μουσικής. Έξω, πάνω στα πλατάνια κρεμάστηκαν τα μεγάφωνα, οι δε καλλιτέχνες τακτοποίησαν τα όργανα μπροστά από το μαγαζί και άρχισαν να τα κουρντίζουν, επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο το «ένα», «ένα», «ένα δύο». Πάνω στην ετοιμασία, τραβούσαν συγχρόνως και κανένα ποτηράκι ρετσίνα ή ούζο προκειμένου να φτιάξει το κέφι τους.
Και αφού έγιναν όλα αυτά και απλώθηκαν γύρω από την πίστα τα τραπέζια με τις καρέκλες και κάθισε ο κόσμος, άρχισε το τρικούβερτο γλέντι.
Πρώτο το μπουζούκι του χωριανού μας του Τάκη, ξεκίνησε με τα τραγούδια του Μανώλη του Χιώτη. Ύστερα έπαιξε τα τραγούδια της αγάπης και της ξενιτιάς του Καζαντζίδη. Συνέχισε με εκείνα τα τσιφτετέλια του Αγγελόπουλου, χωρίς βέβαια να παραλείψει και εκείνα τα ζεϊμπέκικα του Πάνου του Ιωαννίδη και του Γαβαλά. Τέλος, διπλές και τριπλές έγιναν οι σειρές στον χορό πάνω στην πίστα με τα συρτά του Μητσάκη και τα μάμπο της Γιώτα Λύδιας. Τραγουδιστής και ακορντεόν ο Κρυστάλλης με την εξαίσια φωνή του!
Γλεντζέδες οι χωριανοί και μερακλήδες στο χορό! Νέοι, γέροι, μεσήλικες, γυναίκες, ακόμα και γιαγιάδες πιάνονται και χορεύουν και μάλιστα πρώτες, αψηφώντας τα πονάκια στη μέση και στους αστραγάλους τους, ακόμα και στους γοφούς τους. Τι να γίνει! Έτσι πλάστηκε ο άνθρωπος! Μπορεί η «σαρξ να ασθενεί» η ψυχή όμως αισθάνεται πάντα υγιής και προπάντων δεν γερνάει με τίποτα..! Απόψε λοιπόν, ας πάει και το παλιάμπελο..!
Όλοι όμως περιμένουν τη μεγάλη έκπληξη! Πότε θα βγει να τραγουδήσει και να χορέψει η ντιζέζ! Αυτό το πλάσμα που με τον ερχομό του στο χωριό, δίχασε κάπως τη γνώμη των κατοίκων και  τους χώρισε σε προοδευτικούς και συντηρητικούς ή αν θέλετε σε Χριστιανούς Ορθόδοξους και ειδωλολάτρες! Και περισσότερο, έκανε μερικούς με πρώτο τον Πρόεδρο να κοιτάνε αμήχανα από τα διπλανά καφενεία, εδώ σ’ αυτό το μαγαζί που θα εμφανιστεί η καλλιτέχνιδα. Όσο για τον καλοκάγαθο και σεμνό ιερέα που με την αγνή του την ψυχή πίστευε ότι η κοπέλα θα έφερνε την αμαρτία και θα μόλυνε την Ενορία του, αυτός κλείστηκε ερμητικά στο σπίτι του και δεν ήθελε να ακούσει ούτε τον ήχο από τα μεγάφωνα του μαγαζιού. Παρά «ταύτα» όμως με τις προτροπές και τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, έριξε νερό στο κρασί του και ήταν έτοιμος να συγχωρέσει από τα βάθη της καρδιάς του, όλους εκείνους που σκέφτηκαν να φέρουν την ντιζέζ στο πανηγύρι καθώς και εκείνους που απόψε θα γλεντούσαν μαζί της και θα ξεφάντωναν στο γοβάκι της.
Και η μεγάλη στιγμή ήρθε! Χορεύοντας ένα «ουράνιο» τσιφτετέλι, υπό τους ήχους του μπουζουκιού, «να τη πετιέται» έξω από τις μεγάλες πόρτες του μαγαζιού η πανέμορφη θεά και μπαίνει στην πίστα. Εντελώς «πτωχά ενδεδυμένη» για ευνόητους λόγους, αφήνει ακάλυπτα «καίρια» σημεία του σώματός της, ενώ σε κάθε πενιά κουνάει με τέχνη χέρια, πόδια, γοφούς και κεφάλι με τα μαλλιά της να πέφτουν πλούσια στους ώμους της, να ανακατεύονται και να ανεμίζονται σε κάθε απότομη στροφή γύρω από το σώμα της.
Όλο χάρη λικνίζεται πάνω στην πίστα και με βλέμμα προκλητικό και με ένα χαμόγελο γλυκό που σε κάνει να νομίζεις ότι χορεύει μόνο για σένα, περιφέρεται στα μπροστινά τραπέζια της πίστας και κάθεται απαλά πάνω στα γόνατα των θαμώνων, αφήνοντας με την παλάμη της ένα βελούδινο χάδι στα μάγουλά τους. Και αυτοί ξεσηκώνονται ψυχικά! Αφήνουν τη φαντασία τους ελεύθερη να τρέχει και να πλανιέται μαζί της σε τόπους παραδεισένιους, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι με αυτόν τον άγγελο στο πλευρό τους, να τους ανεβάζει στον έβδομο ουρανό προς μεγάλη λύπη βέβαια και σφοδρή απογοήτευση των συζύγων τους, που αν και βρίσκονται δίπλα τους, απόψε οι αφιλότιμοι τις ξέχασαν τελείως μπροστά στη θέα του θηλυκού αυτού διαβόλου και του μεθυστικού αρώματός του.
Όλο ζήλεια λοιπόν αυτές, αισθανόμενες απατημένες και συναισθηματικά εγκαταλελειμμένες από τους άντρες τους και με τη «μοιχεία» πλέον να είναι πολύ φανερή  στο βλέμμα τους και στην καρδιά, τους κοιτάνε στα μάτια, τη μια φορά άγρια, έτοιμες να χυμήξουν απάνω τους και να τους τα βγάλουν με ‘κείνα τα περιποιημένα κόκκινα νυχάκια τους, και την άλλη με ένα εντελώς ξαφνικό για απόψε ερωτικό πάθος, μήπως οι ξιπασμένοι τις δούνε και αυτές και επιτέλους  συνέλθουν από το ψυχικό ταράκουλο που έπαθαν.
Αλλά τα «έτερα ημίσεα» ούτε που τις δίνουν σημασία! Τώρα ζούνε σε άλλους κόσμους, πολύ μακριά από αυτές και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που τους δίνεται να ζήσουν έξω από την καθημερινότητα, τη ρουτίνα των εργασιών του σπιτιού, της πρέφας και … τη συζυγική γκρίνια..!
Και η ντιζέζ δεν σταματά να τους τροφοδοτεί με αισθησιακά αγγίσματα, έξαλλα τινάγματα των γοφών και του στήθους της, μέχρι που κάποιοι σκέφτονται να αμαρτήσουν και να γίνουν «μοιχοί» δημόσια, όχι μόνο με τη φαντασία τους αλλά και με άσεμνες πράξεις. Έτσι λοιπόν τους περνάει από το μυαλό να απλώσουν το χέρι τους και να αγγίξουν, εντελώς φιλικά βέβαια για τον κόσμο και χωρίς πονηριά, ένα μέρος από το αλαβάστρινο κορμί της κοπέλας που ξεχύνεται σαν χείμαρρος ηδονής στα πόδια τους αλλά στο τέλος το μετανιώνουν, σκεπτόμενοι πιο λογικά μήπως εκτεθούν στο χωριό και ιδιαίτερα μπροστά στις συζύγους τους, των οποίων η υπομονή βλέπουν να εξαντλείται με απρόβλεπτες συνέπειες όταν γυρίσουν πίσω στη συζυγική στέγη!
Βασανίζοντας όμως το μυαλό τους, βρίσκουν έναν τρόπο να πλησιάσουν το κορίτσι, να αγγίξουν το σώμα του και να εκτονωθούν. Έτσι, μέσα από τις τσέπες τους βγάζουν όσα χαρτονομίσματα έχουν, τα διπλώνουν και τα τοποθετούν μέσα στο όποιο τέλος πάντων αποκαλυπτικό του ένδυμα, έχοντας την εντύπωση πως το εξουσιάζουν, πως είναι Αλή-πασάδες σε χαρέμια με χανούμισσες, και χανουμάκια. Παράλληλα ενθουσιασμένοι και συνεπαρμένοι από το όλο θέαμα, παραγγέλνουν στους σερβιτόρους και δωδεκάδες πιατάκια, που τα σπάζουν χαλάλι στα πόδια της νεαρής «ντίβας», η οποία απόψε χορεύει και τραγουδάει για την μαγκιά και την αφεντιά τους. Και τα γκαρσόνια δεν προλαβαίνουν να κουβαλάνε τα πιατάκια. Πιατάκια όμως, όχι ειδικά που υπάρχουν σήμερα για σπάσιμο αλλά κανονικά που χρησιμοποιούνται για το σερβίρισμα του μενού. Έτσι στο τέλος το κατάστημα «μένει» από πιάτα γιατί όλα θυσιάστηκαν «θρυμματιζόμενα» στον βωμό της διασκέδασης απόψε με την ντιζέζ. Απελπισμένα λοιπόν τα γκαρσόν, βλέποντας  βουνά τις σωρούς από τα σπασμένα πιάτα, όλο αγανάκτηση φωνάζουν σε όσους ζητάνε να σπάσουν και άλλα.
-Φέρε-φέρε δεν υπάρχουν άλλα πιατάκια..!   
Αλλά και εδώ δεν σταματάει το θέαμα. Το πρόγραμμα με την «μαγευτική ύπαρξη» περιλαμβάνει και άλλα νούμερα με καινούργιες εκπλήξεις.
Και αυτό γιατί η καλλιτέχνιδα δεν θέλει να χορεύει και να τραγουδάει μόνο στην πίστα κάτω στη γη. Θέλει να δείξει το ταλέντο της και «εναέρια» προκειμένου να εντυπωσιάσει περισσότερο και να προκαλέσει στο «έπακρο» τον θαυμασμό των πρωτάρηδων σε τέτοια θεάματα και γούστα χωριανών!
Γι αυτό και ζητάει να ανέβει πάνω σε τραπέζι. Και μάλιστα σε δύο τραπέζια, το ένα πάνω στο άλλο για να είναι ψηλότερα και να φαίνονται από κάτω καλλίτερα οι ομορφιές της.
Με ένα νεύμα της τα γκαρσόν, φέρνουν πολύ γρήγορα τα τραπέζια και αφού τα στερεώνουν την βοηθάνε να ανέβει στο πάνω. Και όταν ανεβαίνει και κάνει τα νούμερα της με περίσσια χάρη, τώρα πλέον από ψηλά, από τα «πλανεμένα ύψη», κάτω στη γη γίνεται ο χαμός. Ακούγονται ιαχές τύπου «μπράβο», «ζήτω», «άλα», «είσαι φίνα», «δεν πάω σπίτι μου απόψε», ενώ τα χειροκροτήματα σπάνε τις παλάμες των χεριών, παίρνουν φωτιά και ακούγονται μέχρι τα άλλα καφενεία της πλατείας, των οποίων οι θαμώνες από «ηθική ευθιξία» μην κηλιδωθεί το όνομά τους δεν κόντεψαν μέχρις εδώ για να απολαύσουν και αυτοί την «γλυκιά αμαρτία» που τους προσφέρει με τα κάλλη και τις καλλιτεχνικές επιδόσεις της η ντιζέζ! Γι αυτό και προβληματίζονται. Έκαναν καλά που δεν ήρθαν ως εδώ σήμερα ή όχι; Ιδού το ερώτημα! Τέλος πάντων η ψυχή τους το ξέρει..!
Τελικά και αυτό το νούμερο της κοπέλας μέσα από παρατεταμένα χειροκροτήματα και αλαλαγμούς, που φανερώνουν την τέλεια ευχαρίστηση έλαβε τέλος. Δυστυχώς απόψε τα τόσο ευχάριστα πράγματα θα ήταν καλλίτερο να κρατούσαν περισσότερο!
Έτσι η πρωταγωνίστρια του σώου τώρα κατεβαίνει από τα τραπέζια, πάντοτε με την πρόθυμη βοήθεια των πιο «τζέντλεμαν» χωριανών και αφού αυτή τους ευχαριστεί με ένα «θανατηφόρο» χαμόγελο, χωρίς καθυστέρηση τρέχει προς την ορχήστρα και κάθεται στην καρέκλα, εδώ μόνο για να τραγουδήσει. Με τη συνοδεία του υπέροχου μπουζουκιού και των άλλων μουσικών οργάνων, λέει τραγούδια που χορεύονται, κυρίως τσιφτετέλια και μάμπο.
Σηκώνονται τότε στην πίστα για να χορέψουν με τα ωραία «συνολάκια» τους οι γυναίκες των παρεών, όλες γλυκύτατες χωριανές για να δείξουν και αυτές το ταλέντο τους στο χορό, μια και τόσο πολύ αδικήθηκαν, σχεδόν απαξιώθηκαν απόψε από τους άντρες τους, όταν προηγουμένως τους έβλεπαν να δίνουν τα ρέστα τους στον «χορό της κοιλιάς» με την ντιζέζ.
Οι παραπονιάρες οι κυρίες, γοργόνες της θάλασσας, χορεύουν και αυτές τόσο ωραία, τόσο θηλυκά και τόσο αισθησιακά πάνω στην πίστα, που καθόλου δεν διαφέρουν από την προηγούμενη «κυρία». Και τώρα το μόνο που μένει, για να δείξουν και του λόγου τους πόσο αξίζουν, είναι να ανέβουν και οι ίδιες πάνω στα τραπέζια και να μιμηθούν την ντιζέζ. Δεν το επιχειρούν όμως επειδή δεν τους το επιτρέπουν οι φούστες τους που είναι κοντές, καθώς και λίγο οι άγριες διαθέσεις των ανδρών τους, οι οποίοι μόλις και έσπευσαν, «επιτέλους» να τις δούνε και αυτές «κομμάτι» συναισθηματικά έως και ερωτικά!
Και ενώ το γλέντι συνεχίζεται και η διασκέδαση βρίσκεται στο αποκορύφωμα, στα διπλανά τραπέζια άναψε ένα καυγαδάκι. Στην αρχή λεκτικά αργότερα όμως με αναποδογυρίσματα καρεκλών και τραπεζιών, σπάσιμο ποτηριών και μερικών γρονθοκοπημάτων στα κεφάλια, ευτυχώς όμως χωρίς τραυματισμούς λόγω της παρέμβασης των ψυχραιμότερων.
 Δυο νεαροί «κάργα ντε μαγκιέ», που ήπιαν λίγο περισσότερο από το κανονικό, έπεσαν φρικτά θύματα του ωραίου κάλλους της ντιζέζ, η οποία κατά την διάρκεια που τραγουδούσε και χόρευε τους χαμογέλασε και τους έκλεισε «πονηρά» το μάτι! Σε ποιον όμως από τους δύο; Ιδού η απορία! Έτσι λοιπόν, χωρίς να ρωτήσουν την ίδια για την προτίμησή της, αποφάσισαν παρουσία θεατών να μονομαχήσουν για πάρτη της και να λύσουν το μυστήριο. Έπεσαν όμως από τα σύννεφα και δεν ήξεραν πού να κρυφτούν, όταν άκουσαν από το στόμα της έμπειρης σε αυτού του είδους τις κοκορομαχίες  κυρία, να τους λέει:
-Μάγκες, πιάστε τα μπόσικα και από τούδε ψιλοκομμένο τουμπεκί. Του λόγου της η μόρτισσα συνοδεύεται από γράντε μεσιέ. Τουτ’ έστιν άντρα, φουλ ντερβίσι και νταή. Το λοιπόν κουβαδάκια και ξου κατ εκείθε. Αντεστέν;
Στοίχημα, πως λίγοι από τις παρέες των χωριανών κατάλαβαν, τι έλεγε εκείνη την ώρα με την αργκό της στην ελληνική, γαλλική και αγγλική διάλεκτο η «μόρτισσα», όπως αποκάλεσε τον εαυτό της η ντιζέζ. Δεν έχει όμως σημασία. Το κατάλαβαν και το «εμπέδωσαν» αρκετά οι δύο νεαροί που πήρανε φόρα για να σφαχτούν στην ποδιά της! Γι αυτό και ήρεμα τραβήχτηκαν πίσω, προς τη μεριά των πλατανιών και εξαφανίστηκαν στη νύχτα μη γίνουν και άλλο ρεζίλι στους χωριανούς τους.
Μετά το περιστατικό το γλέντι συνεχίστηκε και πάλι. Συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα και λίγο παραπάνω, ως την ώρα που η ντιζέζ πήρε τα «φράγκα» για τις «εκλεκτές» της υπηρεσίες, ανέβηκε γρήγορα πάνω σε ένα ταξί από την Αριδαία και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι και στις στροφές του δρόμου, αφήνοντας πίσω της ζωηρές τις αναμνήσεις από το κέφι της.
Την άλλη μέρα το πρωί, οι συζητήσεις στο χωριό μας τη Δωροθέα για την «μεγάλη» βραδιά του πανηγυριού, έδιναν και έπαιρναν. Σε ένα από τα καφενεία μας, του Γιώργου του Φουρνατζή, ο Πρόεδρος, ο παπάς και αρκετοί χωριανοί, άλλοι από αυτούς που πήραν μέρος στη διασκέδαση με την ντιζέζ και άλλοι όχι, ο καθένας από τη μεριά του έλεγε τις εντυπώσεις του.
Ενδιαφέρουσα ήταν εκείνη του Προέδρου:
-Δεν βαριέστε ρε παιδιά, έλεγε. Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε… Εγώ αν ξαναρχότανε η ντιζέζ στο χωριό, σίγουρα αυτήν τη φορά θα πήγαινα να την δω και δεν θα έχανα τέτοιες στιγμές μαζί της..!
Και ο ιερέας που ξαφνιάστηκε με τα λόγια του, τον κοίταξε λίγο στραβά με την άκρη του ματιού του μα δεν του απάντησε…

18/1/2017


Ο Τρύφων Ούρδας γεννήθηκε στη Δωροθέα Αλμωπίας Ν. Πέλλας το 1957. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας . Υπηρέτησε στην Ελληνική Αστυνομία επί 32 έτη σε διευθυντικές θέσεις στους νομούς Πέλλας, Φλώρινας, Κοζάνης, Δράμας και Χαλκιδικής. Αποστρατεύτηκε το 2009 με τον βαθμό του Υποστράτηγου ε.α. Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με συγγραφικό έργο. Είναι παντρεμένος με τη Γιαμαλή Ευαγγελία και έχει δυο παιδιά, την Ελένη και τον Γιώργο.